Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

παρασκευάζω — to prepare

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

παρασκευάζω means to prepare or manufacture, especially food, medicines, or other products.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I παρασκευάζω παρασκευάζομαι
εσύ — you παρασκευάζεις παρασκευάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it παρασκευάζει παρασκευάζεται
εμείς — we παρασκευάζουμε, παρασκευάζομε παρασκευαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) παρασκευάζετε παρασκευάζεστε, παρασκευαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they παρασκευάζουν(ε) παρασκευάζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I παρασκεύαζα παρασκευαζόμουν(α)
εσύ — you παρασκεύαζες παρασκευαζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it παρασκεύαζε παρασκευαζόταν(ε)
εμείς — we παρασκευάζαμε παρασκευαζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) παρασκευάζατε παρασκευαζόσαστε, παρασκευαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they παρασκεύαζαν, παρασκευάζαν(ε) παρασκευάζονταν, παρασκευαζόντανε, παρασκευαζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I παρασκεύασα παρασκευάστηκα
εσύ — you παρασκεύασες παρασκευάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it παρασκεύασε παρασκευάστηκε
εμείς — we παρασκευάσαμε παρασκευαστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) παρασκευάσατε παρασκευαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they παρασκεύασαν, παρασκευάσαν(ε) παρασκευάστηκαν, παρασκευαστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω παρασκευάσει έχω παρασκευαστεί
εσύ — you έχεις παρασκευάσει έχεις παρασκευαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει παρασκευάσει έχει παρασκευαστεί
εμείς — we έχουμε παρασκευάσει έχουμε παρασκευαστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε παρασκευάσει έχετε παρασκευαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν παρασκευάσει έχουν παρασκευαστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα παρασκευάσει είχα παρασκευαστεί
εσύ — you είχες παρασκευάσει είχες παρασκευαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε παρασκευάσει είχε παρασκευαστεί
εμείς — we είχαμε παρασκευάσει είχαμε παρασκευαστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε παρασκευάσει είχατε παρασκευαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν παρασκευάσει είχαν παρασκευαστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα παρασκευάζω θα παρασκευάζομαι
εσύ — you θα παρασκευάζεις θα παρασκευάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα παρασκευάζει θα παρασκευάζεται
εμείς — we θα παρασκευάζουμε, θα παρασκευάζομε θα παρασκευαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα παρασκευάζετε θα παρασκευάζεστε, θα παρασκευαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα παρασκευάζουν(ε) θα παρασκευάζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα παρασκευάσω θα παρασκευαστώ
εσύ — you θα παρασκευάσεις θα παρασκευαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα παρασκευάσει θα παρασκευαστεί
εμείς — we θα παρασκευάσουμε, θα παρασκευάσομε θα παρασκευαστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα παρασκευάσετε θα παρασκευαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα παρασκευάσουν(ε) θα παρασκευαστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω παρασκευάσει θα έχω παρασκευαστεί
εσύ — you θα έχεις παρασκευάσει θα έχεις παρασκευαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει παρασκευάσει θα έχει παρασκευαστεί
εμείς — we θα έχουμε παρασκευάσει θα έχουμε παρασκευαστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε παρασκευάσει θα έχετε παρασκευαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν παρασκευάσει θα έχουν παρασκευαστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να παρασκευάζω να παρασκευάζομαι
εσύ — you να παρασκευάζεις να παρασκευάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να παρασκευάζει να παρασκευάζεται
εμείς — we να παρασκευάζουμε, να παρασκευάζομε να παρασκευαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να παρασκευάζετε να παρασκευάζεστε, να παρασκευαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να παρασκευάζουν(ε) να παρασκευάζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να παρασκευάσω να παρασκευαστώ
εσύ — you να παρασκευάσεις να παρασκευαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να παρασκευάσει να παρασκευαστεί
εμείς — we να παρασκευάσουμε, να παρασκευάσομε να παρασκευαστούμε
εσείς — you (plural / polite) να παρασκευάσετε να παρασκευαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να παρασκευάσουν(ε) να παρασκευαστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω παρασκευάσει να έχω παρασκευαστεί
εσύ — you να έχεις παρασκευάσει να έχεις παρασκευαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει παρασκευάσει να έχει παρασκευαστεί
εμείς — we να έχουμε παρασκευάσει να έχουμε παρασκευαστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε παρασκευάσει να έχετε παρασκευαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν παρασκευάσει να έχουν παρασκευαστεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: παρασκεύαζε / παρασκευάζετε.

Simple: παρασκεύασε (εσύ); παρασκευάστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The passive usually refers to a product being prepared; everyday ετοιμάζομαι commonly describes getting oneself ready.

Το ψωμί παρασκευάζεται καθημερινά.

The bread is made daily.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — παρασκευάζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/paraskeuazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /paraskeuazo/