Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
παρασκευάζω means to prepare or manufacture, especially food, medicines, or other products.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | παρασκευάζω | παρασκευάζομαι |
| εσύ — you | παρασκευάζεις | παρασκευάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | παρασκευάζει | παρασκευάζεται |
| εμείς — we | παρασκευάζουμε, παρασκευάζομε | παρασκευαζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | παρασκευάζετε | παρασκευάζεστε, παρασκευαζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | παρασκευάζουν(ε) | παρασκευάζονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | παρασκεύαζα | παρασκευαζόμουν(α) |
| εσύ — you | παρασκεύαζες | παρασκευαζόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | παρασκεύαζε | παρασκευαζόταν(ε) |
| εμείς — we | παρασκευάζαμε | παρασκευαζόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | παρασκευάζατε | παρασκευαζόσαστε, παρασκευαζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | παρασκεύαζαν, παρασκευάζαν(ε) | παρασκευάζονταν, παρασκευαζόντανε, παρασκευαζόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | παρασκεύασα | παρασκευάστηκα |
| εσύ — you | παρασκεύασες | παρασκευάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | παρασκεύασε | παρασκευάστηκε |
| εμείς — we | παρασκευάσαμε | παρασκευαστήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | παρασκευάσατε | παρασκευαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | παρασκεύασαν, παρασκευάσαν(ε) | παρασκευάστηκαν, παρασκευαστήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω παρασκευάσει | έχω παρασκευαστεί |
| εσύ — you | έχεις παρασκευάσει | έχεις παρασκευαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει παρασκευάσει | έχει παρασκευαστεί |
| εμείς — we | έχουμε παρασκευάσει | έχουμε παρασκευαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε παρασκευάσει | έχετε παρασκευαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν παρασκευάσει | έχουν παρασκευαστεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα παρασκευάσει | είχα παρασκευαστεί |
| εσύ — you | είχες παρασκευάσει | είχες παρασκευαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε παρασκευάσει | είχε παρασκευαστεί |
| εμείς — we | είχαμε παρασκευάσει | είχαμε παρασκευαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε παρασκευάσει | είχατε παρασκευαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν παρασκευάσει | είχαν παρασκευαστεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα παρασκευάζω | θα παρασκευάζομαι |
| εσύ — you | θα παρασκευάζεις | θα παρασκευάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα παρασκευάζει | θα παρασκευάζεται |
| εμείς — we | θα παρασκευάζουμε, θα παρασκευάζομε | θα παρασκευαζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα παρασκευάζετε | θα παρασκευάζεστε, θα παρασκευαζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα παρασκευάζουν(ε) | θα παρασκευάζονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα παρασκευάσω | θα παρασκευαστώ |
| εσύ — you | θα παρασκευάσεις | θα παρασκευαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα παρασκευάσει | θα παρασκευαστεί |
| εμείς — we | θα παρασκευάσουμε, θα παρασκευάσομε | θα παρασκευαστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα παρασκευάσετε | θα παρασκευαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα παρασκευάσουν(ε) | θα παρασκευαστούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω παρασκευάσει | θα έχω παρασκευαστεί |
| εσύ — you | θα έχεις παρασκευάσει | θα έχεις παρασκευαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει παρασκευάσει | θα έχει παρασκευαστεί |
| εμείς — we | θα έχουμε παρασκευάσει | θα έχουμε παρασκευαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε παρασκευάσει | θα έχετε παρασκευαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν παρασκευάσει | θα έχουν παρασκευαστεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να παρασκευάζω | να παρασκευάζομαι |
| εσύ — you | να παρασκευάζεις | να παρασκευάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να παρασκευάζει | να παρασκευάζεται |
| εμείς — we | να παρασκευάζουμε, να παρασκευάζομε | να παρασκευαζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να παρασκευάζετε | να παρασκευάζεστε, να παρασκευαζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να παρασκευάζουν(ε) | να παρασκευάζονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να παρασκευάσω | να παρασκευαστώ |
| εσύ — you | να παρασκευάσεις | να παρασκευαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να παρασκευάσει | να παρασκευαστεί |
| εμείς — we | να παρασκευάσουμε, να παρασκευάσομε | να παρασκευαστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να παρασκευάσετε | να παρασκευαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να παρασκευάσουν(ε) | να παρασκευαστούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω παρασκευάσει | να έχω παρασκευαστεί |
| εσύ — you | να έχεις παρασκευάσει | να έχεις παρασκευαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει παρασκευάσει | να έχει παρασκευαστεί |
| εμείς — we | να έχουμε παρασκευάσει | να έχουμε παρασκευαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε παρασκευάσει | να έχετε παρασκευαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν παρασκευάσει | να έχουν παρασκευαστεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: παρασκεύαζε / παρασκευάζετε.
Simple: παρασκεύασε (εσύ); παρασκευάστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
- The passive usually refers to a product being prepared; everyday ετοιμάζομαι commonly describes getting oneself ready.
Το ψωμί παρασκευάζεται καθημερινά.
The bread is made daily.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — παρασκευάζω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/paraskeuazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/paraskeuazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.