Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
ΚΥΝΗΓΩ
I hunt
Ενεστώτας — Present
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Μέση / Παθητική — Middle / Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | κυνηγάω, κυνηγώ | κυνηγιέμαι |
| εσύ — you | κυνηγάς | κυνηγιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | κυνηγάει, κυνηγά | κυνηγιέται |
| εμείς — we | κυνηγάμε, κυνηγούμε | κυνηγιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | κυνηγάτε | κυνηγιέστε, κυνηγιόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | κυνηγάν(ε), κυνηγούν(ε) | κυνηγιούνται, κυνηγιόνται |
Παρατατικός — Imperfect
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Μέση / Παθητική — Middle / Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | κυνηγούσα, κυνήγαγα | κυνηγιόμουν(α) |
| εσύ — you | κυνηγούσες, κυνήγαγες | κυνηγιόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | κυνηγούσε, κυνήγαγε | κυνηγιόταν(ε) |
| εμείς — we | κυνηγούσαμε, κυνηγάγαμε | κυνηγιόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | κυνηγούσατε, κυνηγάγατε | κυνηγιόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | κυνηγούσαν(ε), κυνήγαγαν, κυνηγάγανε | κυνηγιόνταν(ε), κυνηγιούνταν, κυνηγιόντουσαν |
Αόριστος — Simple past
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Μέση / Παθητική — Middle / Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | κυνήγησα | κυνηγήθηκα |
| εσύ — you | κυνήγησες | κυνηγήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | κυνήγησε | κυνηγήθηκε |
| εμείς — we | κυνηγήσαμε | κυνηγηθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | κυνηγήσατε | κυνηγηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | κυνήγησαν, κυνηγήσαν(ε) | κυνηγήθηκαν, κυνηγηθήκαν(ε) |
Παρακείμενος — Present perfect
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Μέση / Παθητική — Middle / Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω κυνηγήσει έχω κυνηγημένο |
έχω κυνηγηθεί είμαι κυνηγημένος, -η |
| εσύ — you | έχεις κυνηγήσει έχεις κυνηγημένο |
έχεις κυνηγηθεί είσαι κυνηγημένος, -η |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει κυνηγήσει έχει κυνηγημένο |
έχει κυνηγηθεί είναι κυνηγημένος, -η, -ο |
| εμείς — we | έχουμε κυνηγήσει έχουμε κυνηγημένο |
έχουμε κυνηγηθεί είμαστε κυνηγημένοι, -ες |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε κυνηγήσει έχετε κυνηγημένο |
έχετε κυνηγηθεί είστε κυνηγημένοι, -ες |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν κυνηγήσει έχουν κυνηγημένο |
έχουν κυνηγηθεί είναι κυνηγημένοι, -ες, -α |
Υπερσυντέλικος — Past perfect
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Μέση / Παθητική — Middle / Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα κυνηγήσει είχα κυνηγημένο |
είχα κυνηγηθεί ήμουν κυνηγημένος, -η |
| εσύ — you | είχες κυνηγήσει είχες κυνηγημένο |
είχες κυνηγηθεί ήσουν κυνηγημένος, -η |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε κυνηγήσει είχε κυνηγημένο |
είχε κυνηγηθεί ήταν κυνηγημένος, -η, -ο |
| εμείς — we | είχαμε κυνηγήσει είχαμε κυνηγημένο |
είχαμε κυνηγηθεί ήμαστε κυνηγημένοι, -ες |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε κυνηγήσει είχατε κυνηγημένο |
είχατε κυνηγηθεί ήσαστε κυνηγημένοι, -ες |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν κυνηγήσει είχαν κυνηγημένο |
είχαν κυνηγηθεί ήταν κυνηγημένοι, -ες, -α |
Εξακολουθητικός μέλλοντας — Continuous future
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Μέση / Παθητική — Middle / Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα κυνηγάω, θα κυνηγώ | θα κυνηγιέμαι |
| εσύ — you | θα κυνηγάς | θα κυνηγιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα κυνηγάει, θα κυνηγά | θα κυνηγιέται |
| εμείς — we | θα κυνηγάμε, θα κυνηγούμε | θα κυνηγιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα κυνηγάτε | θα κυνηγιέστε, θα κυνηγιόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα κυνηγάν(ε), θα κυνηγούν(ε) | θα κυνηγιούνται, θα κυνηγιόνται |
Συνοπτικός μέλλοντας — Simple future
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Μέση / Παθητική — Middle / Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα κυνηγήσω | θα κυνηγηθώ |
| εσύ — you | θα κυνηγήσεις | θα κυνηγηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα κυνηγήσει | θα κυνηγηθεί |
| εμείς — we | θα κυνηγήσουμε, θα κυνηγήσομε | θα κυνηγηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα κυνηγήσετε | θα κυνηγηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα κυνηγήσουν(ε) | θα κυνηγηθούν(ε) |
Συντελεσμένος μέλλοντας — Future perfect
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Μέση / Παθητική — Middle / Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω κυνηγήσει θα έχω κυνηγημένο |
θα έχω κυνηγηθεί θα είμαι κυνηγημένος, -η |
| εσύ — you | θα έχεις κυνηγήσει θα έχεις κυνηγημένο |
θα έχεις κυνηγηθεί θα είσαι κυνηγημένος, -η |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει κυνηγήσει θα έχει κυνηγημένο |
θα έχει κυνηγηθεί θα είναι κυνηγημένος, -η, -ο |
| εμείς — we | θα έχουμε κυνηγήσει θα έχουμε κυνηγημένο |
θα έχουμε κυνηγηθεί θα είμαστε κυνηγημένοι, -ες |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε κυνηγήσει θα έχετε κυνηγημένο |
θα έχετε κυνηγηθεί θα είστε κυνηγημένοι, -ες |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν κυνηγήσει θα έχουν κυνηγημένο |
θα έχουν κυνηγηθεί θα είναι κυνηγημένοι, -ες, -α |
Υποτακτική εξακολουθητική — Continuous subjunctive
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Μέση / Παθητική — Middle / Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να κυνηγάω, να κυνηγώ | να κυνηγιέμαι |
| εσύ — you | να κυνηγάς | να κυνηγιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να κυνηγάει, να κυνηγά | να κυνηγιέται |
| εμείς — we | να κυνηγάμε, να κυνηγούμε | να κυνηγιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να κυνηγάτε | να κυνηγιέστε, να κυνηγιόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να κυνηγάν(ε), να κυνηγούν(ε) | να κυνηγιούνται, να κυνηγιόνται |
Υποτακτική συνοπτική — Simple subjunctive
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Μέση / Παθητική — Middle / Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να κυνηγήσω | να κυνηγηθώ |
| εσύ — you | να κυνηγήσεις | να κυνηγηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να κυνηγήσει | να κυνηγηθεί |
| εμείς — we | να κυνηγήσουμε, να κυνηγήσομε | να κυνηγηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να κυνηγήσετε | να κυνηγηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να κυνηγήσουν(ε) | να κυνηγηθούν(ε) |
Υποτακτική συντελεσμένη — Perfect subjunctive
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Μέση / Παθητική — Middle / Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω κυνηγήσει να έχω κυνηγημένο |
να έχω κυνηγηθεί να είμαι κυνηγημένος, -η |
| εσύ — you | να έχεις κυνηγήσει να έχεις κυνηγημένο |
να έχεις κυνηγηθεί να είσαι κυνηγημένος, -η |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει κυνηγήσει να έχει κυνηγημένο |
να έχει κυνηγηθεί να είναι κυνηγημένος, -η, -ο |
| εμείς — we | να έχουμε κυνηγήσει να έχουμε κυνηγημένο |
να έχουμε κυνηγηθεί να είμαστε κυνηγημένοι, -ες |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε κυνηγήσει να έχετε κυνηγημένο |
να έχετε κυνηγηθεί να είστε κυνηγημένοι, -η |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν κυνηγήσει να έχουν κυνηγημένο |
να έχουν κυνηγηθεί να είναι κυνηγημένοι, -ες, -α |
Προστακτική — Imperative
| Aspect | Active: εσύ | Active: εσείς | Middle / Passive: εσύ | Middle / Passive: εσείς |
|---|---|---|---|---|
| Continuous | κυνήγα, κυνήγαγε | κυνηγάτε | — | κυνηγιέστε |
| Simple | κυνήγησε, κυνήγα | κυνηγήστε | κυνηγήσου | κυνηγηθείτε |
Μετοχές και χρήση — Participles and usage
Present participles
κυνηγώντας
Perfect constructions and result participles
έχοντας κυνηγήσει, έχοντας κυνηγημένο · κυνηγημένος, -η, -ο · κυνηγημένοι, -ες, -α
Dependent forms
κυνηγήσει · κυνηγηθεί
Forms with έχω describe completed events. Constructions with είμαι and an agreeing participle describe a state or result and depend on context; they are not interchangeable with the event perfect in every use. A result participle used with έχω can agree with its object.
The dependent forms above are used with auxiliaries or particles; they are not standalone infinitives. Middle/passive forms may have a distinct meaning, and imperative forms require an appropriate context.