καρφώνω (karfono) — to nail; to pin

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

καρφώνω — to nail; to pin.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I καρφώνω καρφώνομαι
εσύ — you καρφώνεις καρφώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it καρφώνει καρφώνεται
εμείς — we καρφώνουμε, καρφώνομε καρφωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) καρφώνετε καρφώνεστε, καρφωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they καρφώνουν(ε) καρφώνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κάρφωνα καρφωνόμουν(α)
εσύ — you κάρφωνες καρφωνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κάρφωνε καρφωνόταν(ε)
εμείς — we καρφώναμε καρφωνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) καρφώνατε καρφωνόσαστε, καρφωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they κάρφωναν, καρφώναν(ε) καρφώνονταν, καρφωνόντανε, καρφωνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κάρφωσα καρφώθηκα
εσύ — you κάρφωσες καρφώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κάρφωσε καρφώθηκε
εμείς — we καρφώσαμε καρφωθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) καρφώσατε καρφωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κάρφωσαν, καρφώσαν(ε) καρφώθηκαν, καρφωθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω καρφώσει έχω καρφωθεί
εσύ — you έχεις καρφώσει έχεις καρφωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει καρφώσει έχει καρφωθεί
εμείς — we έχουμε καρφώσει έχουμε καρφωθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε καρφώσει έχετε καρφωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν καρφώσει έχουν καρφωθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα καρφώσει είχα καρφωθεί
εσύ — you είχες καρφώσει είχες καρφωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε καρφώσει είχε καρφωθεί
εμείς — we είχαμε καρφώσει είχαμε καρφωθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε καρφώσει είχατε καρφωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν καρφώσει είχαν καρφωθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα καρφώνω θα καρφώνομαι
εσύ — you θα καρφώνεις θα καρφώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα καρφώνει θα καρφώνεται
εμείς — we θα καρφώνουμε, θα καρφώνομε θα καρφωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα καρφώνετε θα καρφώνεστε, θα καρφωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα καρφώνουν(ε) θα καρφώνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα καρφώσω θα καρφωθώ
εσύ — you θα καρφώσεις θα καρφωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα καρφώσει θα καρφωθεί
εμείς — we θα καρφώσουμε, θα καρφώσομε θα καρφωθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα καρφώσετε θα καρφωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα καρφώσουν θα καρφωθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω καρφώσει θα έχω καρφωθεί
εσύ — you θα έχεις καρφώσει θα έχεις καρφωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει καρφώσει θα έχει καρφωθεί
εμείς — we θα έχουμε καρφώσει θα έχουμε καρφωθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε καρφώσει θα έχετε καρφωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν καρφώσει θα έχουν καρφωθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να καρφώνω να καρφώνομαι
εσύ — you να καρφώνεις να καρφώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να καρφώνει να καρφώνεται
εμείς — we να καρφώνουμε, να καρφώνομε να καρφωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να καρφώνετε να καρφώνεστε, να καρφωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να καρφώνουν(ε) να καρφώνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να καρφώσω να καρφωθώ
εσύ — you να καρφώσεις να καρφωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να καρφώσει να καρφωθεί
εμείς — we να καρφώσουμε, να καρφώσομε να καρφωθούμε
εσείς — you (plural / polite) να καρφώσετε να καρφωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να καρφώσουν(ε) να καρφωθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω καρφώσει να έχω καρφωθεί
εσύ — you να έχεις καρφώσει να έχεις καρφωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει καρφώσει να έχει καρφωθεί
εμείς — we να έχουμε καρφώσει να έχουμε καρφωθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε καρφώσει να έχετε καρφωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν καρφώσει να έχουν καρφωθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous κάρφωνε καρφώνετε — —
Simple κάρφωσε καρφώστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Καρφώνω means to fasten with a nail or pin, or to drive something into a surface. Figurative uses depend on context.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Κάρφωσε την πινακίδα στον τοίχο.

He nailed the sign to the wall.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — καρφώνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/karfono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /karfono/