κανονίζω (kanonizo) — to arrange; to regulate

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

κανονίζω — to arrange; to regulate.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κανονίζω κανονίζομαι
εσύ — you κανονίζεις κανονίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κανονίζει κανονίζεται
εμείς — we κανονίζουμε, κανονίζομε κανονιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) κανονίζετε κανονίζεστε, κανονιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κανονίζουν(ε) κανονίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κανόνιζα κανονιζόμουν(α)
εσύ — you κανόνιζες κανονιζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κανόνιζε κανονιζόταν(ε)
εμείς — we κανονίζαμε κανονιζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) κανονίζατε κανονιζόσαστε, κανονιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they κανόνιζαν, κανονίζαν(ε) κανονίζονταν, κανονιζόντανε, κανονιζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κανόνισα κανονίστηκα
εσύ — you κανόνισες κανονίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κανόνισε κανονίστηκε
εμείς — we κανονίσαμε κανονιστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) κανονίσατε κανονιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κανόνισαν, κανονίσαν(ε) κανονίστηκαν, κανονιστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω κανονίσει έχω κανονιστεί
εσύ — you έχεις κανονίσει έχεις κανονιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει κανονίσει έχει κανονιστεί
εμείς — we έχουμε κανονίσει έχουμε κανονιστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε κανονίσει έχετε κανονιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν κανονίσει έχουν κανονιστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα κανονίσει είχα κανονιστεί
εσύ — you είχες κανονίσει είχες κανονιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε κανονίσει είχε κανονιστεί
εμείς — we είχαμε κανονίσει είχαμε κανονιστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε κανονίσει είχατε κανονιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν κανονίσει είχαν κανονιστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κανονίζω θα κανονίζομαι
εσύ — you θα κανονίζεις θα κανονίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κανονίζει θα κανονίζεται
εμείς — we θα κανονίζουμε, θα κανονίζομε θα κανονιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα κανονίζετε θα κανονίζεστε, θα κανονιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κανονίζουν(ε) θα κανονίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κανονίσω θα κανονιστώ
εσύ — you θα κανονίσεις θα κανονιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κανονίσει θα κανονιστεί
εμείς — we θα κανονίσουμε, θα κανονίσομε θα κανονιστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα κανονίσετε θα κανονιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κανονίσουν(ε) θα κανονιστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω κανονίσει θα έχω κανονιστεί
εσύ — you θα έχεις κανονίσει θα έχεις κανονιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει κανονίσει θα έχει κανονιστεί
εμείς — we θα έχουμε κανονίσει θα έχουμε κανονιστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε κανονίσει θα έχετε κανονιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν κανονίσει θα έχουν κανονιστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κανονίζω να κανονίζομαι
εσύ — you να κανονίζεις να κανονίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κανονίζει να κανονίζεται
εμείς — we να κανονίζουμε, να κανονίζομε να κανονιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να κανονίζετε να κανονίζεστε, να κανονιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κανονίζουν(ε) να κανονίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κανονίσω να κανονιστώ
εσύ — you να κανονίσεις να κανονιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κανονίσει να κανονιστεί
εμείς — we να κανονίσουμε, να κανονίσομε να κανονιστούμε
εσείς — you (plural / polite) να κανονίσετε να κανονιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κανονίσουν(ε) να κανονιστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω κανονίσει να έχω κανονιστεί
εσύ — you να έχεις κανονίσει να έχεις κανονιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει κανονίσει να έχει κανονιστεί
εμείς — we να έχουμε κανονίσει να έχουμε κανονιστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε κανονίσει να έχετε κανονιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν κανονίσει να έχουν κανονιστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous κανόνιζε κανονίζετε — —
Simple κανόνισε κανονίστε κανονίσου κανονιστείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Κανονίζω commonly means to arrange or organise something; it can also mean to regulate or settle a matter.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Κανονίσαμε μια συνάντηση.

We arranged a meeting.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — κανονίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/kanonizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /kanonizo/