καπνίζω (kapnizo) — to smoke

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

καπνίζω — to smoke.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I καπνίζω
εσύ — you καπνίζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it καπνίζει
εμείς — we καπνίζουμε, καπνίζομε
εσείς — you (plural / polite) καπνίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they καπνίζουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I κάπνιζα
εσύ — you κάπνιζες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κάπνιζε
εμείς — we καπνίζαμε
εσείς — you (plural / polite) καπνίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κάπνιζαν, καπνίζαν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I κάπνισα
εσύ — you κάπνισες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κάπνισε
εμείς — we καπνίσαμε
εσείς — you (plural / polite) καπνίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κάπνισαν, καπνίσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω καπνίσει
εσύ — you έχεις καπνίσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει καπνίσει
εμείς — we έχουμε καπνίσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε καπνίσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν καπνίσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα καπνίσει
εσύ — you είχες καπνίσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε καπνίσει
εμείς — we είχαμε καπνίσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε καπνίσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν καπνίσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα καπνίζω
εσύ — you θα καπνίζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα καπνίζει
εμείς — we θα καπνίζουμε, θα καπνίζομε
εσείς — you (plural / polite) θα καπνίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα καπνίζουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα καπνίσω
εσύ — you θα καπνίσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα καπνίσει
εμείς — we θα καπνίσουμε, θα καπνίσομε
εσείς — you (plural / polite) θα καπνίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα καπνίσουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω καπνίσει
εσύ — you θα έχεις καπνίσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει καπνίσει
εμείς — we θα έχουμε καπνίσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε καπνίσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν καπνίσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να καπνίζω
εσύ — you να καπνίζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να καπνίζει
εμείς — we να καπνίζουμε, να καπνίζομε
εσείς — you (plural / polite) να καπνίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να καπνίζουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να καπνίσω
εσύ — you να καπνίσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να καπνίσει
εμείς — we να καπνίσουμε, να καπνίσομε
εσείς — you (plural / polite) να καπνίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να καπνίσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω καπνίσει
εσύ — you να έχεις καπνίσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει καπνίσει
εμείς — we να έχουμε καπνίσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε καπνίσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν καπνίσει

Imperative · Προστακτική

κάπνιζε / καπνίζετε

Simple: κάπνισε (εσύ); καπνίστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Καπνίζω can describe smoking tobacco, giving off smoke, or smoking food. The tables show the active series.

Δεν καπνίζω πια.

I no longer smoke.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — καπνίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/kapnizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /kapnizo/