φαίνομαι (fainomai) — to appear

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

φαίνομαι means to appear, seem or be visible. It can describe an impression rather than a confirmed fact.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I φαίνομαι
εσύ — you φαίνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it φαίνεται
εμείς — we φαινόμαστε
εσείς — you (plural / polite) φαίνεστε, φαινόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they φαίνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I φαινόμουν(α)
εσύ — you φαινόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it φαινόταν(ε)
εμείς — we φαινόμασταν
εσείς — you (plural / polite) φαινόσαστε, φαινόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they φαίνονταν, φαινόντανε, φαινόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I φάνηκα
εσύ — you φάνηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it φάνηκε
εμείς — we φανήκαμε
εσείς — you (plural / polite) φανήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they φάνηκαν, φανήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω φανεί
εσύ — you έχεις φανεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει φανεί
εμείς — we έχουμε φανεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε φανεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν φανεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα φανεί
εσύ — you είχες φανεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε φανεί
εμείς — we είχαμε φανεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε φανεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν φανεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα φαίνομαι
εσύ — you θα φαίνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα φαίνεται
εμείς — we θα φαινόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα φαίνεστε, θα φαινόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα φαίνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα φανώ
εσύ — you θα φανείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα φανεί
εμείς — we θα φανούμε
εσείς — you (plural / polite) θα φανείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα φανούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω φανεί
εσύ — you θα έχεις φανεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει φανεί
εμείς — we θα έχουμε φανεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε φάνει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν φανεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να φαίνομαι
εσύ — you να φαίνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να φαίνεται
εμείς — we να φαινόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να φαίνεστε, να φαινόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να φαίνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να φανώ
εσύ — you να φανείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να φανεί
εμείς — we να φανούμε
εσείς — you (plural / polite) να φανείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να φανούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω φανεί
εσύ — you να έχεις φανεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει φανεί
εμείς — we να έχουμε φανεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε φανεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν φανεί

Imperative · Προστακτική

Commands are context dependent, as in φανού γενναίος, “show yourself to be brave”. For continuing action, να φαίνεσαι / να φαίνεστε can be used.

Simple: φανού (εσύ); φανείτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The perfect is έχω φανεί. There is no ordinary result participle that can freely replace it with είμαι.
  • φαίνεται ότι … means it seems that …; φαίνεται can also mean is visible.

Η θάλασσα φαίνεται από το παράθυρο.

The sea is visible from the window.

Μου φαίνεται καλή ιδέα.

It seems a good idea to me.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — φαίνομαι.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/fainomai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

1 thought on “φαίνομαι (fainomai) — to appear”

Comments are closed.

ModernGreekVerbs.com · /fainomai/