Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
εύχομαι means to wish or express a wish for someone. It commonly takes να + a verb or a person as recipient.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | εύχομαι |
| εσύ — you | εύχεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | εύχεται |
| εμείς — we | ευχόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | εύχεστε, ευχόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | εύχονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | ευχόμουν(α) |
| εσύ — you | ευχόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ευχόταν(ε) |
| εμείς — we | ευχόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | ευχόσαστε, ευχόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | εύχονταν, ευχόντανε, ευχόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | ευχήθηκα |
| εσύ — you | ευχήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ευχήθηκε |
| εμείς — we | ευχηθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | ευχηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ευχήθηκαν, ευχηθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω ευχηθεί |
| εσύ — you | έχεις ευχηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει ευχηθεί |
| εμείς — we | έχουμε ευχηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε ευχηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν ευχηθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα ευχηθεί |
| εσύ — you | είχες ευχηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε ευχηθεί |
| εμείς — we | είχαμε ευχηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε ευχηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν ευχηθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα εύχομαι |
| εσύ — you | θα εύχεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα εύχεται |
| εμείς — we | θα ευχόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα εύχεστε, θα ευχόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα εύχονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα ευχηθώ |
| εσύ — you | θα ευχηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα ευχηθεί |
| εμείς — we | θα ευχηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα ευχηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα ευχηθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω ευχηθεί |
| εσύ — you | θα έχεις ευχηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει ευχηθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε ευχηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε ευχηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν ευχηθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να εύχομαι |
| εσύ — you | να εύχεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να εύχεται |
| εμείς — we | να ευχόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να εύχεστε, να ευχόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να εύχονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να ευχηθώ |
| εσύ — you | να ευχηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να ευχηθεί |
| εμείς — we | να ευχηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να ευχηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να ευχηθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω ευχηθεί |
| εσύ — you | να έχεις ευχηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει ευχηθεί |
| εμείς — we | να έχουμε ευχηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε ευχηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν ευχηθεί |
Imperative · Προστακτική
For continuing or repeated wishes, να εύχεσαι / να εύχεστε can be used.
Simple: ευχήσου (εσύ); ευχηθείτε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- The perfect is έχω ευχηθεί. Middle endings have an active meaning here.
- ευχόμενος, -η, -ο means wishing; it does not describe someone receiving a wish.
Σου εύχομαι καλή επιτυχία.
I wish you success.
Ευχήσου να πάνε όλα καλά.
Wish for everything to go well.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — εύχομαι.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/euxomai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/euxomai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.