ΕΥΘΥΝΟΜΑΙ
I am responsible
Passive
Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
ευθύνομαι ευθυνόμαστε
ευθύνεσαι ευθύνεστε, ευθυνόσαστε
ευθύνεται ευθύνονται
Imper
fect
ευθυνόμουν(α) ευθυνόμαστε, ευθυνόμασταν
ευθυνόσουν(α) ευθυνόσαστε, ευθυνόσασταν
ευθυνόταν(ε) ευθύνονταν, ευθυνόντανε, ευθυνόντουσαν
Fut
ure
Cont
inuous
θα ευθύνομαι θα ευθυνόμαστε
θα ευθύνεσαι θα ευθύνεστε, θα ευθυνόσαστε
θα ευθύνεται θα ευθύνονται
SUB
JUNC
TIVE
Pres
ent
να ευθύνομαι να ευθυνόμαστε
να ευθύνεσαι να ευθύνεστε, να ευθυνόσαστε
να ευθύνεται να ευθύνονται
Imper
ative
Pres ευθύνεστε
Part
iciple
Pres