Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
See this verb in use
Ετοιμάζω το βραδινό.
I am preparing dinner.
Ετοιμάζω means prepare something. Ετοιμάζομαι often means get ready: ετοιμάζομαι να φύγω means “I am getting ready to leave”.
Compare the meanings: οργανώνω (organono) — to organize · μαγειρεύω (mageireuo) — to cook
ετοιμάζω means to prepare something. ετοιμάζομαι means to get ready or be prepared.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | ετοιμάζω | ετοιμάζομαι |
| εσύ — you | ετοιμάζεις | ετοιμάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ετοιμάζει | ετοιμάζεται |
| εμείς — we | ετοιμάζουμε, ετοιμάζομε | ετοιμαζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | ετοιμάζετε | ετοιμάζεστε, ετοιμαζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ετοιμάζουν(ε) | ετοιμάζονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | ετοίμαζα | ετοιμαζόμουν(α) |
| εσύ — you | ετοίμαζες | ετοιμαζόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ετοίμαζε | ετοιμαζόταν(ε) |
| εμείς — we | ετοιμάζαμε | ετοιμαζόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | ετοιμάζατε | ετοιμαζόσαστε, ετοιμαζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ετοίμαζαν, ετοιμάζαν(ε) | ετοιμάζονταν, ετοιμαζόντανε, ετοιμαζόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | ετοίμασα | ετοιμάστηκα |
| εσύ — you | ετοίμασες | ετοιμάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ετοίμασε | ετοιμάστηκε |
| εμείς — we | ετοιμάσαμε | ετοιμαστήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | ετοιμάσατε | ετοιμαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ετοίμασαν, ετοιμάσαν(ε) | ετοιμάστηκαν, ετοιμαστήκανε |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω ετοιμάσει | έχω ετοιμαστεί |
| εσύ — you | έχεις ετοιμάσει | έχεις ετοιμαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει ετοιμάσει | έχει ετοιμαστεί |
| εμείς — we | έχουμε ετοιμάσει | έχουμε ετοιμαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε ετοιμάσει | έχετε ετοιμαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν ετοιμάσει | έχουν ετοιμαστεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα ετοιμάσει | είχα ετοιμαστεί |
| εσύ — you | είχες ετοιμάσει | είχες ετοιμαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε ετοιμάσει | είχε ετοιμαστεί |
| εμείς — we | είχαμε ετοιμάσει | είχαμε ετοιμαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε ετοιμάσει | είχατε ετοιμαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν ετοιμάσει | είχαν ετοιμαστεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα ετοιμάζω | θα ετοιμάζομαι |
| εσύ — you | θα ετοιμάζεις | θα ετοιμάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα ετοιμάζει | θα ετοιμάζεται |
| εμείς — we | θα ετοιμάζουμε, θα ετοιμάζομε | θα ετοιμαζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα ετοιμάζετε | θα ετοιμάζεστε, θα ετοιμαζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα ετοιμάζουν(ε) | θα ετοιμάζονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα ετοιμάσω | θα ετοιμαστώ |
| εσύ — you | θα ετοιμάσεις | θα ετοιμαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα ετοιμάσει | θα ετοιμαστεί |
| εμείς — we | θα ετοιμάσουμε, θα ετοιμάσομε | θα ετοιμαστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα ετοιμάσετε | θα ετοιμαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα ετοιμάσουν(ε) | θα ετοιμαστούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω ετοιμάσει | θα έχω ετοιμαστεί |
| εσύ — you | θα έχεις ετοιμάσει | θα έχεις ετοιμαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει ετοιμάσει | θα έχει ετοιμαστεί |
| εμείς — we | θα έχουμε ετοιμάσει | θα έχουμε ετοιμαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε ετοιμάσει | θα έχετε ετοιμαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν ετοιμάσει | θα έχουν ετοιμαστεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να ετοιμάζω | να ετοιμάζομαι |
| εσύ — you | να ετοιμάζεις | να ετοιμάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να ετοιμάζει | να ετοιμάζεται |
| εμείς — we | να ετοιμάζουμε, να ετοιμάζομε | να ετοιμαζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να ετοιμάζετε | να ετοιμάζεστε, να ετοιμαζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να ετοιμάζουν(ε) | να ετοιμάζονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να ετοιμάσω | να ετοιμαστώ |
| εσύ — you | να ετοιμάσεις | να ετοιμαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να ετοιμάσει | να ετοιμαστεί |
| εμείς — we | να ετοιμάσουμε, να ετοιμάσομε | να ετοιμαστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να ετοιμάσετε | να ετοιμαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να ετοιμάσουν | να ετοιμαστούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω ετοιμάσει | να έχω ετοιμαστεί |
| εσύ — you | να έχεις ετοιμάσει | να έχεις ετοιμαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει ετοιμάσει | να έχει ετοιμαστεί |
| εμείς — we | να έχουμε ετοιμάσει | να έχουμε ετοιμαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε ετοιμάσει | να έχετε ετοιμαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν ετοιμάσει | να έχουν ετοιμαστεί |
Imperative · Προστακτική
| Aspect | Active: εσύ | Active: εσείς | Passive: εσύ | Passive: εσείς |
|---|---|---|---|---|
| Continuous | ετοίμαζε | ετοιμάζετε | — | ετοιμάζεστε |
| Simple | ετοίμασε | ετοιμάστε | ετοιμάσου | ετοιμαστείτε |
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
- ετοιμασμένος, -η, -ο describes something prepared. For “ready”, έτοιμος, -η, -ο is often the natural adjective.
- ετοιμάζομαι να φύγω means I am getting ready to leave.
Ετοίμασε το φαγητό.
Prepare the food.
Ετοιμάσου να φύγουμε.
Get ready for us to leave.
Είμαι έτοιμη.
I am ready.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ετοιμάζω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/etoimazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/etoimazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.