έρχομαι (erxomai) — to come

Everyday Greek · Core 100

έρχομαι: core forms & usage

to come

The -ομαι ending does not make the meaning passive. The principal forms change to ήρθα and θα έρθω; ήλθα and θα έλθω are alternatives.

Έρχομαι σε δέκα λεπτά.

I am coming in ten minutes.

Coverage: this middle/passive-form verb; these endings do not necessarily express a passive meaning. Selected alternatives are listed.

See the six persons in each core tense

Present

PersonForms
Iέρχομαι
you (singular)έρχεσαι
he / she / itέρχεται
weερχόμαστε
you (plural or polite)έρχεστε, ερχόσαστε
theyέρχονται

Imperfect

PersonForms
Iερχόμουν, ερχόμουνα
you (singular)ερχόσουν, ερχόσουνα
he / she / itερχόταν, ερχότανε
weερχόμασταν
you (plural or polite)ερχόσαστε, ερχόσασταν
theyέρχονταν, ερχόντανε, ερχόντουσαν

Simple past (aorist)

PersonForms
Iήρθα, ήλθα
you (singular)ήρθες, ήλθες
he / she / itήρθε, ήλθε
weήρθαμε, ήλθαμε
you (plural or polite)ήρθατε, ήλθατε
theyήρθαν, ήρθανε, ήλθαν, ήλθανε

Simple future

PersonForms
Iθα έρθω, θα έλθω
you (singular)θα έρθεις, θα έλθεις
he / she / itθα έρθει, θα έλθει
weθα έρθουμε, θα έλθουμε
you (plural or polite)θα έρθετε, θα έλθετε
theyθα έρθουν, θα έρθουνε, θα έλθουν, θα έλθουνε

Core reference checked 22 October 2026 · Coverage & checking

Identify a form of this verb → · Explore all 100 verbs

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

See this verb in use

Έρχομαι σε πέντε λεπτά.

I will be there in five minutes.

The present can refer to a near-future arrival when the context makes the time clear. Learn έρχομαι, ήρθα and θα έρθω together because their stems differ.

Compare the meanings: πηγαίνω / πάω (pigaino) — to go

έρχομαι means to come. Its irregular perfective series is ήρθα, θα έρθω, έχω έρθει.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έρχομαι
εσύ — you έρχεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έρχεται
εμείς — we ερχόμαστε
εσείς — you (plural / polite) έρχεστε, ερχόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έρχονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I ερχόμουν(α)
εσύ — you ερχόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ερχόταν(ε)
εμείς — we ερχόμασταν
εσείς — you (plural / polite) ερχόσαστε, ερχόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they έρχονταν, ερχόντανε, ερχόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I ήρθα, ήλθα
εσύ — you ήρθες, ήλθες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ήρθε, ήλθε
εμείς — we ήρθαμε, ήλθαμε
εσείς — you (plural / polite) ήρθατε, ήλθατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ήρθαν(ε), ήλθαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω έρθει
εσύ — you έχεις έρθει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει έρθει
εμείς — we έχουμε έρθει
εσείς — you (plural / polite) έχετε έρθει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν έρθει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα έρθει
εσύ — you είχες έρθει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε έρθει
εμείς — we είχαμε έρθει
εσείς — you (plural / polite) είχατε έρθει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν έρθει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έρχομαι
εσύ — you θα έρχεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έρχεται
εμείς — we θα ερχόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα έρχεστε, θα ερχόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έρχονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έρθω, θα έλθω
εσύ — you θα έρθεις, θα έλθεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έρθει, θα έλθει
εμείς — we θα έρθουμε, θα έλθουμε
εσείς — you (plural / polite) θα έρθετε, θα έλθετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έρθουν(ε), θα έλθουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω έρθει
εσύ — you θα έχεις έρθει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει έρθει
εμείς — we θα έχουμε έρθει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε έρθει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν έρθει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έρχομαι
εσύ — you να έρχεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έρχεται
εμείς — we να ερχόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να έρχεστε, να ερχόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έρχονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έρθω, να έλθω
εσύ — you να έρθεις, να έλθεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έρθει, να έλθει
εμείς — we να έρθουμε, να έλθουμε
εσείς — you (plural / polite) να έρθετε, να έλθετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έρθουν(ε), να έλθουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω έρθει
εσύ — you να έχεις έρθει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει έρθει
εμείς — we να έχουμε έρθει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε έρθει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν έρθει

Imperative · Προστακτική

For repeated or ongoing coming, να έρχεσαι / να έρχεστε can be used.

Simple: έλα (εσύ); ελάτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • ήλθα, θα έλθω and έχω έλθει are also standard, generally more formal alternatives.
  • The perfect uses έχω έρθει, not είμαι + an invented result participle.
  • ερχόμενος, -η, -ο means coming or next: την ερχόμενη εβδομάδα, “next week”. The middle endings have an active meaning.

Έλα μαζί μας.

Come with us.

Θα έρθω αύριο.

I will come tomorrow.

Δεν έχει έρθει ακόμη.

She has not come yet.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — έρχομαι.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/erxomai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /erxomai/