εκφράζω (ekfrazo) — to express

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

εκφράζω means to express a thought, opinion or feeling. εκφράζομαι means to express oneself or be expressed.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εκφράζω εκφράζομαι
εσύ — you εκφράζεις εκφράζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εκφράζει εκφράζεται
εμείς — we εκφράζουμε, εκφράζομε εκφραζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) εκφράζετε εκφράζεστε, εκφραζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εκφράζουν(ε) εκφράζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έκφραζα, εξέφραζα εκφραζόμουν(α)
εσύ — you έκφραζες, εξέφραζες εκφραζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έκφραζε, εξέφραζε εκφραζόταν(ε)
εμείς — we εκφράζαμε εκφραζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) εκφράζατε εκφραζόσαστε, εκφραζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they έκφραζαν, εξέφραζαν, εκφράζαν(ε) εκφράζονταν, εκφραζόντανε, εκφραζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έκφρασα, εξέφρασα εκφράστηκα
εσύ — you έκφρασες, εξέφρασες εκφράστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έκφρασε, εξέφρασε εκφράστηκε
εμείς — we εκφράσαμε εκφραστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) εκφράσατε εκφραστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έκφρασαν, εξέφρασαν, εκφράσαν(ε) εκφράστηκαν, εκφραστήκανε

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω εκφράσει έχω εκφραστεί
εσύ — you έχεις εκφράσει έχεις εκφραστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει εκφράσει έχει εκφραστεί
εμείς — we έχουμε εκφράσει έχουμε εκφραστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε εκφράσει έχετε εκφραστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν εκφράσει έχουν εκφραστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα εκφράσει είχα εκφραστεί
εσύ — you είχες εκφράσει είχες εκφραστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε εκφράσει είχε εκφραστεί
εμείς — we είχαμε εκφράσει είχαμε εκφραστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε εκφράσει είχατε εκφραστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν εκφράσει είχαν εκφραστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εκφράζω θα εκφράζομαι
εσύ — you θα εκφράζεις θα εκφράζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εκφράζει θα εκφράζεται
εμείς — we θα εκφράζουμε, θα εκφράζομε θα εκφραζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα εκφράζετε θα εκφράζεστε, θα εκφραζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εκφράζουν(ε) θα εκφράζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εκφράσω θα εκφραστώ
εσύ — you θα εκφράσεις θα εκφραστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εκφράσει θα εκφραστεί
εμείς — we θα εκφράσουμε, θα εκφράσομε θα εκφραστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα εκφράσετε θα εκφραστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εκφράσουν(ε) θα εκφραστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω εκφράσει θα έχω εκφραστεί
εσύ — you θα έχεις εκφράσει θα έχεις εκφραστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει εκφράσει θα έχει εκφραστεί
εμείς — we θα έχουμε εκφράσει θα έχουμε εκφραστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε εκφράσει θα έχετε εκφραστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν εκφράσει θα έχουν εκφραστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εκφράζω να εκφράζομαι
εσύ — you να εκφράζεις να εκφράζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εκφράζει να εκφράζεται
εμείς — we να εκφράζουμε, να εκφράζομε να εκφραζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να εκφράζετε να εκφράζεστε, να εκφραζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εκφράζουν(ε) να εκφράζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εκφράσω να εκφραστώ
εσύ — you να εκφράσεις να εκφραστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εκφράσει να εκφραστεί
εμείς — we να εκφράσουμε, να εκφράσομε να εκφραστούμε
εσείς — you (plural / polite) να εκφράσετε να εκφραστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εκφράσουν να εκφραστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω εκφράσει να έχω εκφραστεί
εσύ — you να έχεις εκφράσει να έχεις εκφραστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει εκφράσει να έχει εκφραστεί
εμείς — we να έχουμε εκφράσει να έχουμε εκφραστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε εκφράσει να έχετε εκφραστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν εκφράσει να έχουν εκφραστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous έκφραζε εκφράζετε — εκφράζεστε
Simple έκφρασε εκφράστε εκφράσου εκφραστείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The past has έκφρασα / εξέφρασα, but the command is έκφρασε.
  • εκφρασμένος, -η, -ο describes something expressed; εκφραζόμενος, -η, -ο describes something being expressed.

Εκφράσου ελεύθερα.

Express yourself freely.

Η γνώμη της έχει εκφραστεί καθαρά.

Her opinion has been expressed clearly.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — εκφράζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/ekfrazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /ekfrazo/