αποδίδω (apodido) — to give back, yield, attribute

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

αποδίδω — to give back; to yield; to attribute; to render

Passive: αποδίδομαι — to be attributed / rendered.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I αποδίδω αποδίδομαι
εσύ — you αποδίδεις αποδίδεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it αποδίδει αποδίδεται
εμείς — we αποδίδουμε, αποδίδομε αποδιδόμαστε
εσείς — you (plural / polite) αποδίδετε αποδίδεστε, αποδιδόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they αποδίδουν(ε) αποδίδονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I απέδιδα αποδιδόμουν(α)
εσύ — you απέδιδες αποδιδόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it απέδιδε αποδιδόταν(ε)
εμείς — we αποδίδαμε αποδιδόμασταν
εσείς — you (plural / polite) αποδίδατε αποδιδόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they απέδιδαν, αποδίδαν(ε) αποδίδονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I απέδωσα, απόδωσα αποδόθηκα
εσύ — you απέδωσες, απόδωσες αποδόθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it απέδωσε, απόδωσε αποδόθηκε
εμείς — we αποδώσαμε αποδοθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) αποδώσατε αποδοθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they απέδωσαν, αποδώσαν(ε) αποδόθηκαν, αποδοθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω αποδώσει έχω αποδοθεί
εσύ — you έχεις αποδώσει έχεις αποδοθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει αποδώσει έχει αποδοθεί
εμείς — we έχουμε αποδώσει έχουμε αποδοθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε αποδώσει έχετε αποδοθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν αποδώσει έχουν αποδοθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα αποδώσει είχα αποδοθεί
εσύ — you είχες αποδώσει είχες αποδοθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε αποδώσει είχε αποδοθεί
εμείς — we είχαμε αποδώσει είχαμε αποδοθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε αποδώσει είχατε αποδοθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν αποδώσει είχαν αποδοθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα αποδίδω θα αποδίδομαι
εσύ — you θα αποδίδεις θα αποδίδεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα αποδίδει θα αποδίδεται
εμείς — we θα αποδίδουμε, θα αποδίδομε θα αποδιδόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα αποδίδετε θα αποδίδεστε, θα αποδιδόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα αποδίδουν(ε) θα αποδίδονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα αποδώσω θα αποδοθώ
εσύ — you θα αποδώσεις θα αποδοθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα αποδώσει θα αποδοθεί
εμείς — we θα αποδώσουμε, θα αποδώσομε θα αποδοθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα αποδώσετε θα αποδοθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα αποδώσουν(ε) θα αποδοθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω αποδώσει θα έχω αποδοθεί
εσύ — you θα έχεις αποδώσει θα έχεις αποδοθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει αποδώσει θα έχει αποδοθεί
εμείς — we θα έχουμε αποδώσει θα έχουμε αποδοθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε αποδώσει θα έχετε αποδοθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν αποδώσει θα έχουν αποδοθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να αποδίδω να αποδίδομαι
εσύ — you να αποδίδεις να αποδίδεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να αποδίδει να αποδίδεται
εμείς — we να αποδίδουμε, να αποδίδομε να αποδιδόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να αποδίδετε να αποδίδεστε, να αποδιδόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να αποδίδουν(ε) να αποδίδονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να αποδώσω να αποδοθώ
εσύ — you να αποδώσεις να αποδοθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να αποδώσει να αποδοθεί
εμείς — we να αποδώσουμε, να αποδώσομε να αποδοθούμε
εσείς — you (plural / polite) να αποδώσετε να αποδοθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να αποδώσουν(ε) να αποδοθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω αποδώσει να έχω αποδοθεί
εσύ — you να έχεις αποδώσει να έχεις αποδοθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει αποδώσει να έχει αποδοθεί
εμείς — we να έχουμε αποδώσει να έχουμε αποδοθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε αποδώσει να έχετε αποδοθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν αποδώσει να έχουν αποδοθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous απόδιδε αποδίδετε — αποδίδεστε
Simple απόδωσε αποδώστε αποδώσου αποδοθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The active present stem is αποδιδ-; the perfective stem is αποδωσ-. Passive perfective forms use αποδοθ-.
  • The past απέδωσα and the variant απόδωσα occur; the imperative is απόδωσε, with plural αποδώστε.
  • αποδίδοντας — yielding / attributing; έχοντας αποδώσει — having yielded / attributed.
  • The passive perfect is έχω αποδοθεί. A participial adjective such as αποδομένος describes a state or result and must agree with its noun. It is not an automatic alternative for every perfect-tense use.
  • Negative instructions: μην αποδίδεις / μην αποδώσεις. Αποδώσετε is not the direct plural imperative.

Η προσπάθειά μας απέδωσε καρπούς.

Our effort bore fruit.

Το λάθος αποδόθηκε σε παρεξήγηση.

The mistake was attributed to a misunderstanding.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — αποδίδω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/apodido/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /apodido/