Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
υποχρεώνω — to oblige; require.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | υποχρεώνω | υποχρεώνομαι |
| εσύ — you | υποχρεώνεις | υποχρεώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | υποχρεώνει | υποχρεώνεται |
| εμείς — we | υποχρεώνουμε, υποχρεώνομε | υποχρεωνόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | υποχρεώνετε | υποχρεώνεστε, υποχρεωνόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | υποχρεώνουν(ε) | υποχρεώνονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | υποχρέωνα | υποχρεωνόμουν(α) |
| εσύ — you | υποχρέωνες | υποχρεωνόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | υποχρέωνε | υποχρεωνόταν(ε) |
| εμείς — we | υποχρεώναμε | υποχρεωνόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | υποχρεώνατε | υποχρεωνόσαστε, υποχρεωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | υποχρέωναν, υποχρεώναν(ε) | υποχρεώνονταν, υποχρεωνόντανε, υποχρεωνόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | υποχρέωσα | υποχρεώθηκα |
| εσύ — you | υποχρέωσες | υποχρεώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | υποχρέωσε | υποχρεώθηκε |
| εμείς — we | υποχρεώσαμε | υποχρεωθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | υποχρεώσατε | υποχρεωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | υποχρέωσαν, υποχρεώσαν(ε) | υποχρεώθηκαν, υποχρεωθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω υποχρεώσει | έχω υποχρεωθεί |
| εσύ — you | έχεις υποχρεώσει | έχεις υποχρεωθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει υποχρεώσει | έχει υποχρεωθεί |
| εμείς — we | έχουμε υποχρεώσει | έχουμε υποχρεωθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε υποχρεώσει | έχετε υποχρεωθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν υποχρεώσει | έχουν υποχρεωθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα υποχρεώσει | είχα υποχρεωθεί |
| εσύ — you | είχες υποχρεώσει | είχες υποχρεωθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε υποχρεώσει | είχε υποχρεωθεί |
| εμείς — we | είχαμε υποχρεώσει | είχαμε υποχρεωθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε υποχρεώσει | είχατε υποχρεωθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν υποχρεώσει | είχαν υποχρεωθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα υποχρεώνω | θα υποχρεώνομαι |
| εσύ — you | θα υποχρεώνεις | θα υποχρεώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα υποχρεώνει | θα υποχρεώνεται |
| εμείς — we | θα υποχρεώνουμε, θα υποχρεώνομε | θα υποχρεωνόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα υποχρεώνετε | θα υποχρεώνεστε, θα υποχρεωνόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα υποχρεώνουν(ε) | θα υποχρεώνονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα υποχρεώσω | θα υποχρεωθώ |
| εσύ — you | θα υποχρεώσεις | θα υποχρεωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα υποχρεώσει | θα υποχρεωθεί |
| εμείς — we | θα υποχρεώσουμε, θα υποχρεώσομε | θα υποχρεωθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα υποχρεώσετε | θα υποχρεωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα υποχρεώσουν | θα υποχρεωθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω υποχρεώσει | θα έχω υποχρεωθεί |
| εσύ — you | θα έχεις υποχρεώσει | θα έχεις υποχρεωθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει υποχρεώσει | θα έχει υποχρεωθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε υποχρεώσει | θα έχουμε υποχρεωθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε υποχρεώσει | θα έχετε υποχρεωθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν υποχρεώσει | θα έχουν υποχρεωθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να υποχρεώνω | να υποχρεώνομαι |
| εσύ — you | να υποχρεώνεις | να υποχρεώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να υποχρεώνει | να υποχρεώνεται |
| εμείς — we | να υποχρεώνουμε, να υποχρεώνομε | να υποχρεωνόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να υποχρεώνετε | να υποχρεώνεστε, να υποχρεωνόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να υποχρεώνουν(ε) | να υποχρεώνονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να υποχρεώσω | να υποχρεωθώ |
| εσύ — you | να υποχρεώσεις | να υποχρεωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να υποχρεώσει | να υποχρεωθεί |
| εμείς — we | να υποχρεώσουμε, να υποχρεώσομε | να υποχρεωθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να υποχρεώσετε | να υποχρεωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να υποχρεώσουν(ε) | να υποχρεωθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω υποχρεώσει | να έχω υποχρεωθεί |
| εσύ — you | να έχεις υποχρεώσει | να έχεις υποχρεωθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει υποχρεώσει | να έχει υποχρεωθεί |
| εμείς — we | να έχουμε υποχρεώσει | να έχουμε υποχρεωθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε υποχρεώσει | να έχετε υποχρεωθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν υποχρεώσει | να έχουν υποχρεωθεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: υποχρέωνε (εσύ), υποχρεώνετε (εσείς).
Simple: υποχρέωσε (εσύ); υποχρεώστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- υποχρεώνω κάποιον να means obliging someone to do something. είμαι υποχρεωμένος να describes an obligation; έχω υποχρεωθεί describes having been obliged. υποχρεωμένος can also express gratitude or indebtedness to someone.
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
Είμαι υποχρεωμένος να φύγω νωρίς.
I am obliged to leave early.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — υποχρεώνω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/upoxreono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/upoxreono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.