τηγανίζω (tiganizo) — to fry

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

τηγανίζω — to fry.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I τηγανίζω τηγανίζομαι
εσύ — you τηγανίζεις τηγανίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it τηγανίζει τηγανίζεται
εμείς — we τηγανίζουμε, τηγανίζομε τηγανιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) τηγανίζετε τηγανίζεστε, τηγανιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they τηγανίζουν(ε) τηγανίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I τηγάνιζα τηγανιζόμουν(α)
εσύ — you τηγάνιζες τηγανιζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it τηγάνιζε τηγανιζόταν(ε)
εμείς — we τηγανίζαμε τηγανιζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) τηγανίζατε τηγανιζόσαστε, τηγανιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they τηγάνιζαν, τηγανίζαν(ε) τηγανίζονταν, τηγανιζόντανε, τηγανιζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I τηγάνισα τηγανίστηκα
εσύ — you τηγάνισες τηγανίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it τηγάνισε τηγανίστηκε
εμείς — we τηγανίσαμε τηγανιστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) τηγανίσατε τηγανιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they τηγάνισαν, τηγανίσαν(ε) τηγανίστηκαν, τηγανιστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω τηγανίσει έχω τηγανιστεί
εσύ — you έχεις τηγανίσει έχεις τηγανιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει τηγανίσει έχει τηγανιστεί
εμείς — we έχουμε τηγανίσει έχουμε τηγανιστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε τηγανίσει έχετε τηγανιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν τηγανίσει έχουν τηγανιστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα τηγανίσει είχα τηγανιστεί
εσύ — you είχες τηγανίσει είχες τηγανιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε τηγανίσει είχε τηγανιστεί
εμείς — we είχαμε τηγανίσει είχαμε τηγανιστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε τηγανίσει είχατε τηγανιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν τηγανίσει είχαν τηγανιστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα τηγανίζω θα τηγανίζομαι
εσύ — you θα τηγανίζεις θα τηγανίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα τηγανίζει θα τηγανίζεται
εμείς — we θα τηγανίζουμε, θα τηγανίζομε θα τηγανιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα τηγανίζετε θα τηγανίζεστε, θα τηγανιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα τηγανίζουν(ε) θα τηγανίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα τηγανίσω θα τηγανιστώ
εσύ — you θα τηγανίσεις θα τηγανιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα τηγανίσει θα τηγανιστεί
εμείς — we θα τηγανίσουμε, θα τηγανίσομε θα τηγανιστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα τηγανίσετε θα τηγανιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα τηγανίσουν(ε) θα τηγανιστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω τηγανίσει θα έχω τηγανιστεί
εσύ — you θα έχεις τηγανίσει θα έχεις τηγανιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει τηγανίσει θα έχει τηγανιστεί
εμείς — we θα έχουμε τηγανίσει θα έχουμε τηγανιστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε τηγανίσει θα έχετε τηγανιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν τηγανίσει θα έχουν τηγανιστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να τηγανίζω να τηγανίζομαι
εσύ — you να τηγανίζεις να τηγανίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να τηγανίζει να τηγανίζεται
εμείς — we να τηγανίζουμε, να τηγανίζομε να τηγανιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να τηγανίζετε να τηγανίζεστε, να τηγανιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να τηγανίζουν(ε) να τηγανίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να τηγανίσω να τηγανιστώ
εσύ — you να τηγανίσεις να τηγανιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να τηγανίσει να τηγανιστεί
εμείς — we να τηγανίσουμε, να τηγανίσομε να τηγανιστούμε
εσείς — you (plural / polite) να τηγανίσετε να τηγανιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να τηγανίσουν(ε) να τηγανιστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω τηγανίσει να έχω τηγανιστεί
εσύ — you να έχεις τηγανίσει να έχεις τηγανιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει τηγανίσει να έχει τηγανιστεί
εμείς — we να έχουμε τηγανίσει να έχουμε τηγανιστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε τηγανίσει να έχετε τηγανιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν τηγανίσει να έχουν τηγανιστεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: τηγάνιζε (εσύ), τηγανίζετε (εσείς).

Simple: τηγάνισε (εσύ); τηγανίστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Passive forms normally describe food being fried. τηγανισμένος, -η, -ο describes the cooked state; τηγανητός, -ή, -ό is a common adjective meaning fried.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Τηγάνισε τις πατάτες σε καυτό λάδι.

Fry the potatoes in hot oil.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — τηγανίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/tiganizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /tiganizo/