θαμπώνω (thampono) — to dazzle; cloud over

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

θαμπώνω — to dazzle; cloud over.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θαμπώνω θαμπώνομαι
εσύ — you θαμπώνεις θαμπώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θαμπώνει θαμπώνεται
εμείς — we θαμπώνουμε, θαμπώνομε θαμπωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θαμπώνετε θαμπώνεστε, θαμπωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θαμπώνουν(ε) θαμπώνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θάμπωνα θαμπωνόμουν(α)
εσύ — you θάμπωνες θαμπωνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θάμπωνε θαμπωνόταν(ε)
εμείς — we θαμπώναμε θαμπωνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) θαμπώνατε θαμπωνόσαστε, θαμπωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they θάμπωναν, θαμπώναν(ε) θαμπώνονταν, θαμπωνόντανε, θαμπωνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θάμπωσα θαμπώθηκα
εσύ — you θάμπωσες θαμπώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θάμπωσε θαμπώθηκε
εμείς — we θαμπώσαμε θαμπωθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) θαμπώσατε θαμπωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θάμπωσαν, θαμπώσαν(ε) θαμπώθηκαν, θαμπωθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω θαμπώσει έχω θαμπωθεί
εσύ — you έχεις θαμπώσει έχεις θαμπωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει θαμπώσει έχει θαμπωθεί
εμείς — we έχουμε θαμπώσει έχουμε θαμπωθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε θαμπώσει έχετε θαμπωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν θαμπώσει έχουν θαμπωθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα θαμπώσει είχα θαμπωθεί
εσύ — you είχες θαμπώσει είχες θαμπωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε θαμπώσει είχε θαμπωθεί
εμείς — we είχαμε θαμπώσει είχαμε θαμπωθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε θαμπώσει είχατε θαμπωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν θαμπώσει είχαν θαμπωθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα θαμπώνω θα θαμπώνομαι
εσύ — you θα θαμπώνεις θα θαμπώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα θαμπώνει θα θαμπώνεται
εμείς — we θα θαμπώνουμε, θα θαμπώνομε θα θαμπωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα θαμπώνετε θα θαμπώνεστε, θα θαμπωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα θαμπώνουν(ε) θα θαμπώνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα θαμπώσω θα θαμπωθώ
εσύ — you θα θαμπώσεις θα θαμπωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα θαμπώσει θα θαμπωθεί
εμείς — we θα θαμπώσουμε, θα θαμπώσομε θα θαμπωθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα θαμπώσετε θα θαμπωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα θαμπώσουν θα θαμπωθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω θαμπώσει θα έχω θαμπωθεί
εσύ — you θα έχεις θαμπώσει θα έχεις θαμπωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει θαμπώσει θα έχει θαμπωθεί
εμείς — we θα έχουμε θαμπώσει θα έχουμε θαμπωθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε θαμπώσει θα έχετε θαμπωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν θαμπώσει θα έχουν θαμπωθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να θαμπώνω να θαμπώνομαι
εσύ — you να θαμπώνεις να θαμπώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να θαμπώνει να θαμπώνεται
εμείς — we να θαμπώνουμε, να θαμπώνομε να θαμπωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να θαμπώνετε να θαμπώνεστε, να θαμπωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να θαμπώνουν(ε) να θαμπώνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να θαμπώσω να θαμπωθώ
εσύ — you να θαμπώσεις να θαμπωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να θαμπώσει να θαμπωθεί
εμείς — we να θαμπώσουμε, να θαμπώσομε να θαμπωθούμε
εσείς — you (plural / polite) να θαμπώσετε να θαμπωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να θαμπώσουν(ε) να θαμπωθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω θαμπώσει να έχω θαμπωθεί
εσύ — you να έχεις θαμπώσει να έχεις θαμπωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει θαμπώσει να έχει θαμπωθεί
εμείς — we να έχουμε θαμπώσει να έχουμε θαμπωθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε θαμπώσει να έχετε θαμπωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν θαμπώσει να έχουν θαμπωθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: θάμπωνε (εσύ), θαμπώνετε (εσείς).

Simple: θάμπωσε (εσύ); θαμπώστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The active can describe glass becoming cloudy or light dazzling someone. θαμπώνομαι can mean being dazzled or deeply impressed. θαμπωμένος, -η, -ο describes the affected state.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Τα τζάμια θάμπωσαν από τους υδρατμούς.

The windows misted up from the water vapour.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — θαμπώνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/thampono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /thampono/