Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
συντονίζω — to coordinate; tune.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | συντονίζω | συντονίζομαι |
| εσύ — you | συντονίζεις | συντονίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | συντονίζει | συντονίζεται |
| εμείς — we | συντονίζουμε, συντονίζομε | συντονιζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | συντονίζετε | συντονίζεστε, συντονιζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | συντονίζουν(ε) | συντονίζονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | συντόνιζα | συντονιζόμουν(α) |
| εσύ — you | συντόνιζες | συντονιζόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | συντόνιζε | συντονιζόταν(ε) |
| εμείς — we | συντονίζαμε | συντονιζόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | συντονίζατε | συντονιζόσαστε, συντονιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | συντόνιζαν, συντονίζαν(ε) | συντονίζονταν, συντονιζόντανε, συντονιζόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | συντόνισα | συντονίστηκα |
| εσύ — you | συντόνισες | συντονίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | συντόνισε | συντονίστηκε |
| εμείς — we | συντονίσαμε | συντονιστήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | συντονίσατε | συντονιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | συντόνισαν, συντονίσαν(ε) | συντονίστηκαν, συντονιστήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω συντονίσει | έχω συντονιστεί |
| εσύ — you | έχεις συντονίσει | έχεις συντονιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει συντονίσει | έχει συντονιστεί |
| εμείς — we | έχουμε συντονίσει | έχουμε συντονιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε συντονίσει | έχετε συντονιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν συντονίσει | έχουν συντονιστεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα συντονίσει | είχα συντονιστεί |
| εσύ — you | είχες συντονίσει | είχες συντονιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε συντονίσει | είχε συντονιστεί |
| εμείς — we | είχαμε συντονίσει | είχαμε συντονιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε συντονίσει | είχατε συντονιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν συντονίσει | είχαν συντονιστεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα συντονίζω | θα συντονίζομαι |
| εσύ — you | θα συντονίζεις | θα συντονίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα συντονίζει | θα συντονίζεται |
| εμείς — we | θα συντονίζουμε, θα συντονίζομε | θα συντονιζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα συντονίζετε | θα συντονίζεστε, θα συντονιζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα συντονίζουν(ε) | θα συντονίζονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα συντονίσω | θα συντονιστώ |
| εσύ — you | θα συντονίσεις | θα συντονιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα συντονίσει | θα συντονιστεί |
| εμείς — we | θα συντονίσουμε, θα συντονίσομε | θα συντονιστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα συντονίσετε | θα συντονιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα συντονίσουν(ε) | θα συντονιστούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω συντονίσει | θα έχω συντονιστεί |
| εσύ — you | θα έχεις συντονίσει | θα έχεις συντονιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει συντονίσει | θα έχει συντονιστεί |
| εμείς — we | θα έχουμε συντονίσει | θα έχουμε συντονιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε συντονίσει | θα έχετε συντονιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν συντονίσει | θα έχουν συντονιστεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να συντονίζω | να συντονίζομαι |
| εσύ — you | να συντονίζεις | να συντονίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να συντονίζει | να συντονίζεται |
| εμείς — we | να συντονίζουμε, να συντονίζομε | να συντονιζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να συντονίζετε | να συντονίζεστε, να συντονιζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να συντονίζουν(ε) | να συντονίζονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να συντονίσω | να συντονιστώ |
| εσύ — you | να συντονίσεις | να συντονιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να συντονίσει | να συντονιστεί |
| εμείς — we | να συντονίσουμε, να συντονίσομε | να συντονιστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να συντονίσετε | να συντονιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να συντονίσουν(ε) | να συντονιστούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω συντονίσει | να έχω συντονιστεί |
| εσύ — you | να έχεις συντονίσει | να έχεις συντονιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει συντονίσει | να έχει συντονιστεί |
| εμείς — we | να έχουμε συντονίσει | να έχουμε συντονιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε συντονίσει | να έχετε συντονιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν συντονίσει | να έχουν συντονιστεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: συντόνιζε (εσύ), συντονίζετε (εσείς). Middle: συντονίσου, συντονιστείτε.
Simple: συντόνισε (εσύ); συντονίστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Used for coordinating people or activities and for tuning a radio or receiver. συντονίζομαι can mean coordinating with others or tuning in. συντονισμένος, -η, -ο means coordinated or tuned.
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
Συντονίζει την ομάδα των εθελοντών.
She coordinates the team of volunteers.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — συντονίζω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/syntonizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/syntonizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →