συνέρχομαι (synerxomai) — to recover; come together

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

συνέρχομαι — to recover; come together.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I συνέρχομαι
εσύ — you συνέρχεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it συνέρχεται
εμείς — we συνερχόμαστε
εσείς — you (plural / polite) συνέρχεστε, συνερχόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they συνέρχονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I συνερχόμουν(α)
εσύ — you συνερχόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it συνερχόταν(ε)
εμείς — we συνερχόμασταν
εσείς — you (plural / polite) συνερχόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they συνέρχονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I συνήλθα
εσύ — you συνήλθες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it συνήλθε
εμείς — we συνήλθαμε
εσείς — you (plural / polite) συνήλθατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they συνήλθαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω συνέλθει
εσύ — you έχεις συνέλθει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει συνέλθει
εμείς — we έχουμε συνέλθει
εσείς — you (plural / polite) έχετε συνέλθει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν συνέλθει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα συνέλθει
εσύ — you είχες συνέλθει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε συνέλθει
εμείς — we είχαμε συνέλθει
εσείς — you (plural / polite) είχατε συνέλθει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν συνέλθει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα συνέρχομαι
εσύ — you θα συνέρχεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα συνέρχεται
εμείς — we θα συνερχόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα συνέρχεστε, θα συνερχόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα συνέρχονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα συνέλθω
εσύ — you θα συνέλθεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα συνέλθει
εμείς — we θα συνέλθουμε, θα συνέλθομε
εσείς — you (plural / polite) θα συνέλθετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα συνέλθουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω συνέλθει
εσύ — you θα έχεις συνέλθει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει συνέλθει
εμείς — we θα έχουμε συνέλθει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε συνέλθει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν συνέλθει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να συνέρχομαι
εσύ — you να συνέρχεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να συνέρχεται
εμείς — we να συνερχόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να συνέρχεστε, να συνερχόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να συνέρχονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να συνέλθω
εσύ — you να συνέλθεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να συνέλθει
εμείς — we να συνέλθουμε
εσείς — you (plural / polite) να συνέλθετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να συνέλθουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω συνέλθει
εσύ — you να έχεις συνέλθει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει συνέλθει
εμείς — we να έχουμε συνέλθει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε συνέλθει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν συνέλθει

Imperative · Προστακτική

The listed commands refer to recovery or coming to one’s senses; context and tone matter.

Simple: σύνελθε (εσύ); συνέλθετε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The middle form has active meaning: recovering from an illness or shock, regaining consciousness, or coming to one’s senses. In formal use an assembly can also convene.

Συνήλθε γρήγορα από το σοκ.

She recovered quickly from the shock.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — συνέρχομαι.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/synerxomai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /synerxomai/