Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
συνεχίζω means to continue or carry on. συνεχίζομαι means to continue or be continued, usually of an event or activity.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | συνεχίζω | συνεχίζομαι |
| εσύ — you | συνεχίζεις | συνεχίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | συνεχίζει | συνεχίζεται |
| εμείς — we | συνεχίζουμε, συνεχίζομε | συνεχιζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | συνεχίζετε | συνεχίζεστε, συνεχιζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | συνεχίζουν(ε) | συνεχίζονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | συνέχιζα | συνεχιζόμουν(α) |
| εσύ — you | συνέχιζες | συνεχιζόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | συνέχιζε | συνεχιζόταν(ε) |
| εμείς — we | συνεχίζαμε | συνεχιζόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | συνεχίζατε | συνεχιζόσαστε, συνεχιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | συνέχιζαν, συνεχίζαν(ε) | συνεχίζονταν, συνεχιζόντανε, συνεχιζόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | συνέχισα | συνεχίστηκα |
| εσύ — you | συνέχισες | συνεχίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | συνέχισε | συνεχίστηκε |
| εμείς — we | συνεχίσαμε | συνεχιστήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | συνεχίσατε | συνεχιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | συνέχισαν, συνεχίσαν(ε) | συνεχίστηκαν, συνεχιστήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω συνεχίσει | έχω συνεχιστεί |
| εσύ — you | έχεις συνεχίσει | έχεις συνεχιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει συνεχίσει | έχει συνεχιστεί |
| εμείς — we | έχουμε συνεχίσει | έχουμε συνεχιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε συνεχίσει | έχετε συνεχιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν συνεχίσει | έχουν συνεχιστεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα συνεχίσει | είχα συνεχιστεί |
| εσύ — you | είχες συνεχίσει | είχες συνεχιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε συνεχίσει | είχε συνεχιστεί |
| εμείς — we | είχαμε συνεχίσει | είχαμε συνεχιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε συνεχίσει | είχατε συνεχιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν συνεχίσει | είχαν συνεχιστεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα συνεχίζω | θα συνεχίζομαι |
| εσύ — you | θα συνεχίζεις | θα συνεχίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα συνεχίζει | θα συνεχίζεται |
| εμείς — we | θα συνεχίζουμε, θα συνεχίζομε | θα συνεχιζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα συνεχίζετε | θα συνεχίζεστε, θα συνεχιζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα συνεχίζουν(ε) | θα συνεχίζονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα συνεχίσω | θα συνεχιστώ |
| εσύ — you | θα συνεχίσεις | θα συνεχιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα συνεχίσει | θα συνεχιστεί |
| εμείς — we | θα συνεχίσουμε, θα συνεχίσομε | θα συνεχιστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα συνεχίσετε | θα συνεχιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα συνεχίσουν(ε) | θα συνεχιστούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω συνεχίσει | θα έχω συνεχιστεί |
| εσύ — you | θα έχεις συνεχίσει | θα έχεις συνεχιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει συνεχίσει | θα έχει συνεχιστεί |
| εμείς — we | θα έχουμε συνεχίσει | θα έχουμε συνεχιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε συνεχίσει | θα έχετε συνεχιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν συνεχίσει | θα έχουν συνεχιστεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να συνεχίζω | να συνεχίζομαι |
| εσύ — you | να συνεχίζεις | να συνεχίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να συνεχίζει | να συνεχίζεται |
| εμείς — we | να συνεχίζουμε, να συνεχίζομε | να συνεχιζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να συνεχίζετε | να συνεχίζεστε, να συνεχιζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να συνεχίζουν(ε) | να συνεχίζονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να συνεχίσω | να συνεχιστώ |
| εσύ — you | να συνεχίσεις | να συνεχιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να συνεχίσει | να συνεχιστεί |
| εμείς — we | να συνεχίσουμε, να συνεχίσομε | να συνεχιστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να συνεχίσετε | να συνεχιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να συνεχίσουν(ε) | να συνεχιστούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω συνεχίσει | να έχω συνεχιστεί |
| εσύ — you | να έχεις συνεχίσει | να έχεις συνεχιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει συνεχίσει | να έχει συνεχιστεί |
| εμείς — we | να έχουμε συνεχίσει | να έχουμε συνεχιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε συνεχίσει | να έχετε συνεχιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν συνεχίσει | να έχουν συνεχιστεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: συνέχιζε / συνεχίζετε.
Simple: συνέχισε (εσύ); συνεχίστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
Συνέχισε τη δουλειά σου.
Carry on with your work.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — συνεχίζω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/sinexizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/sinexizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →