περιποιούμαι (peripoioumai) — to look after

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

περιποιούμαι means to look after, care for, groom, or attend to someone or something. Its middle endings have active meaning.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I περιποιούμαι
εσύ — you περιποιείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it περιποιείται
εμείς — we περιποιούμαστε, περιποιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) περιποιείστε, περιποιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they περιποιούνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I περιποιόμουν(α), περιποιούμουν
εσύ — you περιποιόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it περιποιόταν(ε)
εμείς — we περιποιόμασταν, περιποιούμασταν
εσείς — you (plural / polite) περιποιόσαστε, περιποιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they περιποιόνταν(ε), περιποιούνταν, περιποιόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I περιποιήθηκα
εσύ — you περιποιήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it περιποιήθηκε
εμείς — we περιποιηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) περιποιηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they περιποιήθηκαν, περιποιηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω περιποιηθεί
εσύ — you έχεις περιποιηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει περιποιηθεί
εμείς — we έχουμε περιποιηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε περιποιηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν περιποιηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα περιποιηθεί
εσύ — you είχες περιποιηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε περιποιηθεί
εμείς — we είχαμε περιποιηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε περιποιηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν περιποιηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα περιποιούμαι
εσύ — you θα περιποιείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα περιποιείται
εμείς — we θα περιποιόμαστε, θα περιποιούμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα περιποιείστε, θα περιποιειόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα περιποιούνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα περιποιηθώ
εσύ — you θα περιποιηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα περιποιηθεί
εμείς — we θα περιποιηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα περιποιηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα περιποιηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω περιποιηθεί
εσύ — you θα έχεις περιποιηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει περιποιηθεί
εμείς — we θα έχουμε περιποιηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε περιποιηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν περιποιηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να περιποιούμαι
εσύ — you να περιποιείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να περιποιείται
εμείς — we να περιποιόμαστε, να περιποιούμαστε
εσείς — you (plural / polite) να περιποιείστε, να περιποιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να περιποιούνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να περιποιηθώ
εσύ — you να περιποιηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να περιποιηθεί
εμείς — we να περιποιηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να περιποιηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να περιποιηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω περιποιηθεί
εσύ — you να έχεις περιποιηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει περιποιηθεί
εμείς — we να έχουμε περιποιηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε περιποιηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν περιποιηθεί

Imperative · Προστακτική

Simple: περιποιήσου (εσύ); περιποιηθείτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • περιποιημένος can mean well-kept, neat, or carefully prepared; it is not simply another perfect tense.

Περιποιούμαι τα φυτά.

I look after the plants.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — περιποιούμαι.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/peripoioumai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /peripoioumai/