Modern Greek Verbs ModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
Print / Save PDF Share verb Copy link
Look for γράφω → γράφεις : the stress comes before the final -ω . The group helps with present endings; other tenses may use a different stem. Check the tables below.
How to read the verb tables Start with the present. Find the row for the person you mean: εγώ (I), εσύ (you, singular), αυτός /αυτή /αυτό (he/she/it), εμείς (we), εσείς (you, plural or polite), αυτοί /αυτές /αυτά (they). Greek often leaves out these pronouns because the ending shows the person.
Continuous: over time or repeatedly έγραφα — I was writing / used to write; θα γράφω — I will be writing. The imperfect is the continuous past.Simple: an action viewed as a whole έγραψα — I wrote; θα γράψω — I will write. “Simple” does not mean the action must be short.Perfect: completed by a reference point έχω γράψει — I have written; είχα γράψει — I had written; θα έχω γράψει — I will have written.Subjunctive: forms with να θέλω να γράφω κάθε μέρα — I want to write every day; θέλω να γράψω ένα μήνυμα — I want to write a message. The sentence supplies the time; the forms distinguish repeated activity from an action viewed as a whole.Imperative: instructions or requests γράφε κάθε μέρα — write every day; γράψε το όνομά σου — write your name. These show continuous and simple instructions.Active and middle/passive: form and meaning γράφω — I write; γράφεται — it is written. But a middle/passive ending does not always express a passive meaning: έρχομαι means I come.Alternative forms: commas or slashes separate alternatives. Parentheses mark optional letters, for example γράφουν (ε ) means γράφουν or γράφουνε . Alternatives can differ in style or context, so read any usage note before choosing.
A dash or a missing table means a form is not supplied here. Check the entry’s notes; it does not by itself prove that every omitted form is impossible.
Other verbs with the same source references αιχμαλωτίζω · αναγνωρίζω · αποφασίζω · βασανίζω · βαφτίζω · βαφτίζω
These verbs share source references, but their forms and meanings may differ.
Learning Greek? How to use the tables Verb groups Verb terms explained περιορίζω means to limit, restrict, or confine. περιορίζομαι means to be restricted or limit oneself to something.
Ενεστώτας — Present · Παρατατικός — Imperfect · Αόριστος — Simple past · Παρακείμενος — Present perfect · Υπερσυντέλικος — Past perfect · Εξακολουθητικός μέλλοντας — Continuous future · Συνοπτικός μέλλοντας — Simple future · Συντελεσμένος μέλλοντας — Future perfect · Υποτακτική εξακολουθητική — Continuous subjunctive · Υποτακτική συνοπτική — Simple subjunctive · Υποτακτική συντελεσμένη — Perfect subjunctive · Usage notes
Present · Ενεστώτας
Πρόσωπο — Person
Ενεργητική — Active
Παθητική — Passive
εγώ — I
περιορίζω
περιορίζομαι
εσύ — you
περιορίζεις
περιορίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it
περιορίζει
περιορίζεται
εμείς — we
περιορίζουμε , περιορίζομε
περιοριζόμαστε
εσείς — you (plural / polite)
περιορίζετε
περιορίζεστε , περιοριζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they
περιορίζουν (ε )
περιορίζονται
Imperfect · Παρατατικός
Πρόσωπο — Person
Ενεργητική — Active
Παθητική — Passive
εγώ — I
περιόριζα
περιοριζόμουν (α )
εσύ — you
περιόριζες
περιοριζόσουν (α )
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it
περιόριζε
περιοριζόταν (ε )
εμείς — we
περιορίζαμε
περιοριζόμασταν
εσείς — you (plural / polite)
περιορίζατε
περιοριζόσαστε , περιοριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they
περιόριζαν , περιορίζαν (ε )
περιορίζονταν , περιοριζόντανε , περιοριζόντουσαν
Simple past (aorist) · Αόριστος
Πρόσωπο — Person
Ενεργητική — Active
Παθητική — Passive
εγώ — I
περιόρισα
περιορίστηκα
εσύ — you
περιόρισες
περιορίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it
περιόρισε
περιορίστηκε
εμείς — we
περιορίσαμε
περιοριστήκαμε
εσείς — you (plural / polite)
περιορίσατε
περιοριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they
περιόρισαν , περιορίσαν (ε )
περιορίστηκαν , περιοριστήκαν (ε )
Present perfect · Παρακείμενος
Πρόσωπο — Person
Ενεργητική — Active
Παθητική — Passive
εγώ — I
έχω περιορίσει
έχω περιοριστεί
εσύ — you
έχεις περιορίσει
έχεις περιοριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it
έχει περιορίσει
έχει περιοριστεί
εμείς — we
έχουμε περιορίσει
έχουμε περιοριστεί
εσείς — you (plural / polite)
έχετε περιορίσει
έχετε περιοριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they
έχουν περιορίσει
έχουν περιοριστεί
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
Πρόσωπο — Person
Ενεργητική — Active
Παθητική — Passive
εγώ — I
είχα περιορίσει
είχα περιοριστεί
εσύ — you
είχες περιορίσει
είχες περιοριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it
είχε περιορίσει
είχε περιοριστεί
εμείς — we
είχαμε περιορίσει
είχαμε περιοριστεί
εσείς — you (plural / polite)
είχατε περιορίσει
είχατε περιοριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they
είχαν περιορίσει
είχαν περιοριστεί
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
Πρόσωπο — Person
Ενεργητική — Active
Παθητική — Passive
εγώ — I
θα περιορίζω
θα περιορίζομαι
εσύ — you
θα περιορίζεις
θα περιορίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it
θα περιορίζει
θα περιορίζεται
εμείς — we
θα περιορίζουμε , θα περιορίζομε
θα περιοριζόμαστε
εσείς — you (plural / polite)
θα περιορίζετε
θα περιορίζεστε , θα περιοριζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they
θα περιορίζουν (ε )
θα περιορίζονται
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
Πρόσωπο — Person
Ενεργητική — Active
Παθητική — Passive
εγώ — I
θα περιορίσω
θα περιοριστώ
εσύ — you
θα περιορίσεις
θα περιοριστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it
θα περιορίσει
θα περιοριστεί
εμείς — we
θα περιορίσουμε , θα περιορίσομε
θα περιοριστούμε
εσείς — you (plural / polite)
θα περιορίσετε
θα περιοριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they
θα περιορίσουν (ε )
θα περιοριστούν (ε )
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
Πρόσωπο — Person
Ενεργητική — Active
Παθητική — Passive
εγώ — I
θα έχω περιορίσει
θα έχω περιοριστεί
εσύ — you
θα έχεις περιορίσει
θα έχεις περιοριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it
θα έχει περιορίσει
θα έχει περιοριστεί
εμείς — we
θα έχουμε περιορίσει
θα έχουμε περιοριστεί
εσείς — you (plural / polite)
θα έχετε περιορίσει
θα έχετε περιοριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they
θα έχουν περιορίσει
θα έχουν περιοριστεί
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
Πρόσωπο — Person
Ενεργητική — Active
Παθητική — Passive
εγώ — I
να περιορίζω
να περιορίζομαι
εσύ — you
να περιορίζεις
να περιορίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it
να περιορίζει
να περιορίζεται
εμείς — we
να περιορίζουμε , να περιορίζομε
να περιοριζόμαστε
εσείς — you (plural / polite)
να περιορίζετε
να περιορίζεστε , να περιοριζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they
να περιορίζουν (ε )
να περιορίζονται
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
Πρόσωπο — Person
Ενεργητική — Active
Παθητική — Passive
εγώ — I
να περιορίσω
να περιοριστώ
εσύ — you
να περιορίσεις
να περιοριστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it
να περιορίσει
να περιοριστεί
εμείς — we
να περιορίσουμε , να περιορίσομε
να περιοριστούμε
εσείς — you (plural / polite)
να περιορίσετε
να περιοριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they
να περιορίσουν (ε )
να περιοριστούν (ε )
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
Πρόσωπο — Person
Ενεργητική — Active
Παθητική — Passive
εγώ — I
να έχω περιορίσει
να έχω περιοριστεί
εσύ — you
να έχεις περιορίσει
να έχεις περιοριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it
να έχει περιορίσει
να έχει περιοριστεί
εμείς — we
να έχουμε περιορίσει
να έχουμε περιοριστεί
εσείς — you (plural / polite)
να έχετε περιορίσει
να έχετε περιοριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they
να έχουν περιορίσει
να έχουν περιοριστεί
Imperative · Προστακτική
Aspect
Active: εσύ
Active: εσείς
Passive: εσύ
Passive: εσείς
Continuous
περιόριζε
περιορίζετε
—
περιορίζεστε
Simple
περιόρισε
περιορίστε
περιορίσου
περιοριστείτε
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
Περιόρισα τα έξοδα .
I reduced the expenses.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — περιορίζω .