περιορίζω (periorizo) — to limit; to restrict; to confine

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

περιορίζω means to limit, restrict, or confine. περιορίζομαι means to be restricted or limit oneself to something.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I περιορίζω περιορίζομαι
εσύ — you περιορίζεις περιορίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it περιορίζει περιορίζεται
εμείς — we περιορίζουμε, περιορίζομε περιοριζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) περιορίζετε περιορίζεστε, περιοριζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they περιορίζουν(ε) περιορίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I περιόριζα περιοριζόμουν(α)
εσύ — you περιόριζες περιοριζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it περιόριζε περιοριζόταν(ε)
εμείς — we περιορίζαμε περιοριζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) περιορίζατε περιοριζόσαστε, περιοριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they περιόριζαν, περιορίζαν(ε) περιορίζονταν, περιοριζόντανε, περιοριζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I περιόρισα περιορίστηκα
εσύ — you περιόρισες περιορίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it περιόρισε περιορίστηκε
εμείς — we περιορίσαμε περιοριστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) περιορίσατε περιοριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they περιόρισαν, περιορίσαν(ε) περιορίστηκαν, περιοριστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω περιορίσει έχω περιοριστεί
εσύ — you έχεις περιορίσει έχεις περιοριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει περιορίσει έχει περιοριστεί
εμείς — we έχουμε περιορίσει έχουμε περιοριστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε περιορίσει έχετε περιοριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν περιορίσει έχουν περιοριστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα περιορίσει είχα περιοριστεί
εσύ — you είχες περιορίσει είχες περιοριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε περιορίσει είχε περιοριστεί
εμείς — we είχαμε περιορίσει είχαμε περιοριστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε περιορίσει είχατε περιοριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν περιορίσει είχαν περιοριστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα περιορίζω θα περιορίζομαι
εσύ — you θα περιορίζεις θα περιορίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα περιορίζει θα περιορίζεται
εμείς — we θα περιορίζουμε, θα περιορίζομε θα περιοριζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα περιορίζετε θα περιορίζεστε, θα περιοριζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα περιορίζουν(ε) θα περιορίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα περιορίσω θα περιοριστώ
εσύ — you θα περιορίσεις θα περιοριστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα περιορίσει θα περιοριστεί
εμείς — we θα περιορίσουμε, θα περιορίσομε θα περιοριστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα περιορίσετε θα περιοριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα περιορίσουν(ε) θα περιοριστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω περιορίσει θα έχω περιοριστεί
εσύ — you θα έχεις περιορίσει θα έχεις περιοριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει περιορίσει θα έχει περιοριστεί
εμείς — we θα έχουμε περιορίσει θα έχουμε περιοριστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε περιορίσει θα έχετε περιοριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν περιορίσει θα έχουν περιοριστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να περιορίζω να περιορίζομαι
εσύ — you να περιορίζεις να περιορίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να περιορίζει να περιορίζεται
εμείς — we να περιορίζουμε, να περιορίζομε να περιοριζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να περιορίζετε να περιορίζεστε, να περιοριζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να περιορίζουν(ε) να περιορίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να περιορίσω να περιοριστώ
εσύ — you να περιορίσεις να περιοριστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να περιορίσει να περιοριστεί
εμείς — we να περιορίσουμε, να περιορίσομε να περιοριστούμε
εσείς — you (plural / polite) να περιορίσετε να περιοριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να περιορίσουν(ε) να περιοριστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω περιορίσει να έχω περιοριστεί
εσύ — you να έχεις περιορίσει να έχεις περιοριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει περιορίσει να έχει περιοριστεί
εμείς — we να έχουμε περιορίσει να έχουμε περιοριστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε περιορίσει να έχετε περιοριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν περιορίσει να έχουν περιοριστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous περιόριζε περιορίζετε — περιορίζεστε
Simple περιόρισε περιορίστε περιορίσου περιοριστείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Περιόρισα τα έξοδα.

I reduced the expenses.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — περιορίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/periorizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /periorizo/