Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
παραδίδω / παραδίνω means to deliver or hand over; it also occurs in expressions for teaching lessons. παραδίδομαι / παραδίνομαι commonly means to surrender.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | παραδίνω | παραδίνομαι |
| εσύ — you | παραδίνεις | παραδίνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | παραδίνει | παραδίνεται |
| εμείς — we | παραδίνουμε, παραδίνομε | παραδινόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | παραδίνετε | παραδίνεστε, παραδινόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | παραδίνουν(ε) | παραδίνονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | παρέδινα | παραδινόμουν(α) |
| εσύ — you | παρέδινες | παραδινόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | παρέδινε | παραδινόταν(ε) |
| εμείς — we | παραδίναμε | παραδινόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | παραδίνατε | παραδινόσαστε, παραδινόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | παρέδιναν, παραδίναν(ε) | παραδίνονταν, παραδινόντανε, παραδινόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | παρέδωσα, παράδωσα | παραδόθηκα |
| εσύ — you | παρέδωσες, παράδωσες | παραδόθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | παρέδωσε, παράδωσε | παραδόθηκε |
| εμείς — we | παραδώσαμε | παραδοθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | παραδώσατε | παραδοθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | παρέδωσαν, παραδώσαν(ε) | παραδόθηκαν, παραδοθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω παραδώσει | έχω παραδοθεί |
| εσύ — you | έχεις παραδώσει | έχεις παραδοθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει παραδώσει | έχει παραδοθεί |
| εμείς — we | έχουμε παραδώσει | έχουμε παραδοθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε παραδώσει | έχετε παραδοθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν παραδώσει | έχουν παραδοθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα παραδώσει | είχα παραδοθεί |
| εσύ — you | είχες παραδώσει | είχες παραδοθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε παραδώσει | είχε παραδοθεί |
| εμείς — we | είχαμε παραδώσει | είχαμε παραδοθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε παραδώσει | είχατε παραδοθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν παραδώσει | είχαν παραδοθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα παραδίνω | θα παραδίνομαι |
| εσύ — you | θα παραδίνεις | θα παραδίνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα παραδίνει | θα παραδίνεται |
| εμείς — we | θα παραδίνουμε, θα παραδίνομε | θα παραδινόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα παραδίνετε | θα παραδίνεστε, θα παραδινόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα παραδίνουν(ε) | θα παραδίνονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα παραδώσω | θα παραδοθώ |
| εσύ — you | θα παραδώσεις | θα παραδοθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα παραδώσει | θα παραδοθεί |
| εμείς — we | θα παραδώσουμε, θα παραδώσομε | θα παραδοθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα παραδώσετε | θα παραδοθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα παραδώσουν(ε) | θα παραδοθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω παραδώσει | θα έχω παραδοθεί |
| εσύ — you | θα έχεις παραδώσει | θα έχεις παραδοθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει παραδώσει | θα έχει παραδοθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε παραδώσει | θα έχουμε παραδοθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε παραδώσει | θα έχετε παραδοθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν παραδώσει | θα έχουν παραδοθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να παραδίνω | να παραδίνομαι |
| εσύ — you | να παραδίνεις | να παραδίνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να παραδίνει | να παραδίνεται |
| εμείς — we | να παραδίνουμε, να παραδίνομε | να παραδινόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να παραδίνετε | να παραδίνεστε, να παραδινόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να παραδίνουν(ε) | να παραδίνονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να παραδώσω | να παραδοθώ |
| εσύ — you | να παραδώσεις | να παραδοθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να παραδώσει | να παραδοθεί |
| εμείς — we | να παραδώσουμε, να παραδώσομε | να παραδοθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να παραδώσετε | να παραδοθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να παραδώσουν(ε) | να παραδοθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω παραδώσει | να έχω παραδοθεί |
| εσύ — you | να έχεις παραδώσει | να έχεις παραδοθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει παραδώσει | να έχει παραδοθεί |
| εμείς — we | να έχουμε παραδώσει | να έχουμε παραδοθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε παραδώσει | να έχετε παραδοθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν παραδώσει | να έχουν παραδοθεί |
Imperative · Προστακτική
Middle: παραδώσου / παραδοθείτε.
Simple: παράδωσε (εσύ); παραδώστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
- The usual aorist is παρέδωσα; conversational παράδωσα also occurs. The command is παράδωσε.
Παρέδωσα το δέμα.
I delivered the parcel.
Ο στρατιώτης παραδόθηκε.
The soldier surrendered.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — παραδίδω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/paradino/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/paradino/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.