κρατάω (kratao) — to hold; to keep

Everyday Greek · Core 100

κρατάω: core forms & usage

to hold; to keep

Κρατάω and κρατώ are alternatives. The perfective forms use η: κράτησα, θα κρατήσω.

Κρατάω μια θέση για σένα.

I am keeping a seat for you.

Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.

See the six persons in each core tense

Present

PersonForms
Iκρατάω, κρατώ
you (singular)κρατάς
he / she / itκρατάει, κρατά
weκρατάμε, κρατούμε
you (plural or polite)κρατάτε
theyκρατάν, κρατάνε, κρατούν, κρατούνε

Imperfect

PersonForms
Iκρατούσα, κράταγα
you (singular)κρατούσες, κράταγες
he / she / itκρατούσε, κράταγε
weκρατούσαμε, κρατάγαμε
you (plural or polite)κρατούσατε, κρατάγατε
theyκρατούσαν, κρατούσανε, κράταγαν, κρατάγανε

Simple past (aorist)

PersonForms
Iκράτησα
you (singular)κράτησες
he / she / itκράτησε
weκρατήσαμε
you (plural or polite)κρατήσατε
theyκράτησαν, κρατήσαν, κρατήσανε

Simple future

PersonForms
Iθα κρατήσω
you (singular)θα κρατήσεις
he / she / itθα κρατήσει
weθα κρατήσουμε, θα κρατήσομε
you (plural or polite)θα κρατήσετε
theyθα κρατήσουν, θα κρατήσουνε

About this collection

Identify a form of this verb → · Explore all 100 verbs

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

See this verb in use

Κράτα την απόδειξη.

Keep the receipt.

Κράτα is a singular instruction from κρατάω / κρατώ. Depending on the object, this verb can mean hold, keep or retain.

κρατάω — to hold; to keep.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κρατάω, κρατώ κρατιέμαι
εσύ — you κρατάς κρατιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κρατάει, κρατά κρατιέται
εμείς — we κρατάμε, κρατούμε κρατιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) κρατάτε κρατιέστε, κρατιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κρατάν(ε), κρατούν(ε) κρατιούνται, κρατιόνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κρατούσα, κράταγα κρατιόμουν(α)
εσύ — you κρατούσες, κράταγες κρατιόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κρατούσε, κράταγε κρατιόταν(ε)
εμείς — we κρατούσαμε, κρατάγαμε κρατιόμασταν
εσείς — you (plural / polite) κρατούσατε, κρατάγατε κρατιόσαστε, κρατιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they κρατούσαν(ε), κράταγαν, κρατάγανε κρατιόνταν(ε), κρατιούνταν, κρατιόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κράτησα κρατήθηκα
εσύ — you κράτησες κρατήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κράτησε κρατήθηκε
εμείς — we κρατήσαμε κρατηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) κρατήσατε κρατηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κράτησαν, κρατήσαν(ε) κρατήθηκαν, κρατηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω κρατήσει έχω κρατηθεί
εσύ — you έχεις κρατήσει έχεις κρατηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει κρατήσει έχει κρατηθεί
εμείς — we έχουμε κρατήσει έχουμε κρατηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε κρατήσει έχετε κρατηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν κρατήσει έχουν κρατηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα κρατήσει είχα κρατηθεί
εσύ — you είχες κρατήσει είχες κρατηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε κρατήσει είχε κρατηθεί
εμείς — we είχαμε κρατήσει είχαμε κρατηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε κρατήσει είχατε κρατηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν κρατήσει είχαν κρατηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κρατάω, θα κρατώ θα κρατιέμαι
εσύ — you θα κρατάς θα κρατιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κρατάει, θα κρατά θα κρατιέται
εμείς — we θα κρατάμε, θα κρατούμε θα κρατιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα κρατάτε θα κρατιέστε, θα κρατιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κρατάν(ε), θα κρατούν(ε) θα κρατιούνται, θα κρατιόνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κρατήσω θα κρατηθώ
εσύ — you θα κρατήσεις θα κρατηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κρατήσει θα κρατηθεί
εμείς — we θα κρατήσουμε, θα κρατήσομε θα κρατηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα κρατήσετε θα κρατηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κρατήσουν(ε) θα κρατηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω κρατήσει θα έχω κρατηθεί
εσύ — you θα έχεις κρατήσει θα έχεις κρατηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει κρατήσει θα έχει κρατηθεί
εμείς — we θα έχουμε κρατήσει θα έχουμε κρατηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε κρατήσει θα έχετε κρατηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν κρατήσει θα έχουν κρατηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κρατάω, να κρατώ να κρατιέμαι
εσύ — you να κρατάς να κρατιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κρατάει, να κρατά να κρατιέται
εμείς — we να κρατάμε, να κρατούμε να κρατιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να κρατάτε να κρατιέστε, να κρατιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κρατάν(ε), να κρατούν(ε) να κρατιούνται, να κρατιόνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κρατήσω να κρατηθώ
εσύ — you να κρατήσεις να κρατηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κρατήσει να κρατηθεί
εμείς — we να κρατήσουμε, να κρατήσομε να κρατηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να κρατήσετε να κρατηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κρατήσουν(ε) να κρατηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω κρατήσει να έχω κρατηθεί
εσύ — you να έχεις κρατήσει να έχεις κρατηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει κρατήσει να έχει κρατηθεί
εμείς — we να έχουμε κρατήσει να έχουμε κρατηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε κρατήσει να έχετε κρατηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν κρατήσει να έχουν κρατηθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous κράτα, κράταγε κρατάτε — —
Simple κράτησε, κράτα κρατήστε κρατήσου κρατηθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Κρατάω / κρατώ can mean to hold, keep, last, or retain. Κρατιέμαι can mean to hold on, restrain oneself, or be held.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Κρατήσου από τη χειρολαβή.

Hold on to the handle.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — κρατάω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/kratao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /kratao/