καθρεφτίζω (kathreftizo) — to reflect; to mirror

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

καθρεφτίζω — to reflect; to mirror.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I καθρεφτίζω καθρεφτίζομαι
εσύ — you καθρεφτίζεις καθρεφτίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it καθρεφτίζει καθρεφτίζεται
εμείς — we καθρεφτίζουμε, καθρεφτίζομε καθρεφτιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) καθρεφτίζετε καθρεφτίζεστε, καθρεφτιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they καθρεφτίζουν(ε) καθρεφτίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I καθρέφτιζα καθρεφτιζόμουν(α)
εσύ — you καθρέφτιζες καθρεφτιζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it καθρέφτιζε καθρεφτιζόταν(ε)
εμείς — we καθρεφτίζαμε καθρεφτιζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) καθρεφτίζατε καθρεφτιζόσαστε, καθρεφτιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they καθρέφτιζαν, καθρεφτίζαν(ε) καθρεφτίζονταν, καθρεφτιζόντανε, καθρεφτιζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I καθρέφτισα καθρεφτίστηκα
εσύ — you καθρέφτισες καθρεφτίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it καθρέφτισε καθρεφτίστηκε
εμείς — we καθρεφτίσαμε καθρεφτιστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) καθρεφτίσατε καθρεφτιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they καθρέφτισαν, καθρεφτίσαν(ε) καθρεφτίστηκαν, καθρεφτιστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω καθρεφτίσει έχω καθρεφτιστεί
εσύ — you έχεις καθρεφτίσει έχεις καθρεφτιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει καθρεφτίσει έχει καθρεφτιστεί
εμείς — we έχουμε καθρεφτίσει έχουμε καθρεφτιστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε καθρεφτίσει έχετε καθρεφτιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν καθρεφτίσει έχουν καθρεφτιστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα καθρεφτίσει είχα καθρεφτιστεί
εσύ — you είχες καθρεφτίσει είχες καθρεφτιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε καθρεφτίσει είχε καθρεφτιστεί
εμείς — we είχαμε καθρεφτίσει είχαμε καθρεφτιστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε καθρεφτίσει είχατε καθρεφτιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν καθρεφτίσει είχαν καθρεφτιστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα καθρεφτίζω θα καθρεφτίζομαι
εσύ — you θα καθρεφτίζεις θα καθρεφτίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα καθρεφτίζει θα καθρεφτίζεται
εμείς — we θα καθρεφτίζουμε, θα καθρεφτίζομε θα καθρεφτιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα καθρεφτίζετε θα καθρεφτίζεστε, θα καθρεφτιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα καθρεφτίζουν(ε) θα καθρεφτίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα καθρεφτίσω θα καθρεφτιστώ
εσύ — you θα καθρεφτίσεις θα καθρεφτιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα καθρεφτίσει θα καθρεφτιστεί
εμείς — we θα καθρεφτίσουμε, θα καθρεφτίσομε θα καθρεφτιστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα καθρεφτίσετε θα καθρεφτιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα καθρεφτίσουν(ε) θα καθρεφτιστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω καθρεφτίσει θα έχω καθρεφτιστεί
εσύ — you θα έχεις καθρεφτίσει θα έχεις καθρεφτιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει καθρεφτίσει θα έχει καθρεφτιστεί
εμείς — we θα έχουμε καθρεφτίσει θα έχουμε καθρεφτιστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε καθρεφτίσει θα έχετε καθρεφτιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν καθρεφτίσει θα έχουν καθρεφτιστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να καθρεφτίζω να καθρεφτίζομαι
εσύ — you να καθρεφτίζεις να καθρεφτίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να καθρεφτίζει να καθρεφτίζεται
εμείς — we να καθρεφτίζουμε, να καθρεφτίζομε να καθρεφτιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να καθρεφτίζετε να καθρεφτίζεστε, να καθρεφτιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να καθρεφτίζουν(ε) να καθρεφτίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να καθρεφτίσω να καθρεφτιστώ
εσύ — you να καθρεφτίσεις να καθρεφτιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να καθρεφτίσει να καθρεφτιστεί
εμείς — we να καθρεφτίσουμε, να καθρεφτίσομε να καθρεφτιστούμε
εσείς — you (plural / polite) να καθρεφτίσετε να καθρεφτιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να καθρεφτίσουν(ε) να καθρεφτιστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω καθρεφτίσει να έχω καθρεφτιστεί
εσύ — you να έχεις καθρεφτίσει να έχεις καθρεφτιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει καθρεφτίσει να έχει καθρεφτιστεί
εμείς — we να έχουμε καθρεφτίσει να έχουμε καθρεφτιστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε καθρεφτίσει να έχετε καθρεφτιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν καθρεφτίσει να έχουν καθρεφτιστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous καθρέφτιζε καθρεφτίζετε — —
Simple καθρέφτισε καθρεφτίστε καθρεφτίσου καθρεφτιστείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Καθρεφτίζομαι can mean to look at oneself in a mirror or to be reflected on a surface.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Τα βουνά καθρεφτίζονται στη λίμνη.

The mountains are reflected in the lake.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — καθρεφτίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/kathreftizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /kathreftizo/