καλώ (kalo) — to call; to invite

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

καλώ — to call; to invite.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I καλώ καλούμαι
εσύ — you καλείς καλείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it καλεί καλείται
εμείς — we καλούμε καλούμαστε
εσείς — you (plural / polite) καλείτε καλείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they καλούν(ε) καλούνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I καλούσα καλούμουν
εσύ — you καλούσες καλούσουν
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it καλούσε καλούνταν, καλείτο
εμείς — we καλούσαμε καλούμασταν
εσείς — you (plural / polite) καλούσατε καλούσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they καλούσαν(ε) καλούνταν, καλούντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κάλεσα καλέστηκα, κλήθηκα
εσύ — you κάλεσες καλέστηκες, κλήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κάλεσε καλέστηκε, κλήθηκε
εμείς — we καλέσαμε καλεστήκαμε, κληθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) καλέσατε καλεστήκατε, κληθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κάλεσαν, καλέσαν(ε) καλέστηκαν, καλεστήκαν(ε), κλήθηκαν, κληθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω καλέσει έχω κληθεί
εσύ — you έχεις καλέσει έχεις κληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει καλέσει έχει κληθεί
εμείς — we έχουμε καλέσει έχουμε κληθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε καλέσει έχετε κληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν καλέσει έχουν κληθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα καλέσει είχα κληθεί
εσύ — you είχες καλέσει είχες κληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε καλέσει είχε κληθεί
εμείς — we είχαμε καλέσει είχαμε κληθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε καλέσει είχατε κληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν καλέσει είχαν κληθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα καλώ θα καλούμαι
εσύ — you θα καλείς θα καλείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα καλεί θα καλείται
εμείς — we θα καλούμε θα καλούμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα καλείτε θα καλείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα καλούν(ε) θα καλούνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα καλέσω θα καλεστώ, θα κληθώ
εσύ — you θα καλέσεις θα καλεστείς, θα κληθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα καλέσει θα καλεστεί, θα κληθεί
εμείς — we θα καλέσουμε, θα καλέσομε θα καλεστούμε, θα κληθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα καλέσετε θα καλεστείτε, θα κληθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα καλέσουν(ε) θα καλεστούν(ε), θα κληθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω καλέσει θα έχω κληθεί
εσύ — you θα έχεις καλέσει θα έχεις κληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει καλέσει θα έχει κληθεί
εμείς — we θα έχουμε καλέσει θα έχουμε κληθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε καλέσει θα έχετε κληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν καλέσει θα έχουν κληθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να καλώ να καλούμαι
εσύ — you να καλείς να καλείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να καλεί να καλείται
εμείς — we να καλούμε να καλούμαστε
εσείς — you (plural / polite) να καλείτε να καλείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να καλούν(ε) να καλούνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να καλέσω να καλεστώ, να κληθώ
εσύ — you να καλέσεις να καλεστείς, να κληθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να καλέσει να καλεστεί, να κληθεί
εμείς — we να καλέσουμε, να καλέσομε να καλεστούμε, να κληθούμε
εσείς — you (plural / polite) να καλέσετε να καλεστείτε, να κληθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να καλέσουν(ε) να καλεστούν(ε), να κληθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω καλέσει να έχω κληθεί
εσύ — you να έχεις καλέσει να έχεις κληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει καλέσει να έχει κληθεί
εμείς — we να έχουμε καλέσει να έχουμε κληθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε καλέσει να έχετε κληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν καλέσει να έχουν κληθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous — καλείτε — —
Simple κάλεσε καλέστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Καλώ can mean call, invite, or summon. Καλεσμένος often means invited or a guest; κλήθηκα / κληθώ / κληθεί are common in formal contexts.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Μας κάλεσαν στο σπίτι τους.

They invited us to their home.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — καλώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/kalo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /kalo/