καλλιεργώ (kalliergo) — to cultivate; to grow crops

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

καλλιεργώ — to cultivate; to grow crops.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I καλλιεργώ καλλιεργούμαι
εσύ — you καλλιεργείς καλλιεργείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it καλλιεργεί καλλιεργείται
εμείς — we καλλιεργούμε καλλιεργούμαστε
εσείς — you (plural / polite) καλλιεργείτε καλλιεργείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they καλλιεργούν(ε) καλλιεργούνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I καλλιεργούσα καλλιεργούμουν
εσύ — you καλλιεργούσες —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it καλλιεργούσε καλλιεργούνταν
εμείς — we καλλιεργούσαμε καλλιεργούμασταν
εσείς — you (plural / polite) καλλιεργούσατε —
αυτοί / αυτές / αυτά — they καλλιεργούσαν(ε) καλλιεργούνταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I καλλιέργησα καλλιεργήθηκα
εσύ — you καλλιέργησες καλλιεργήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it καλλιέργησε καλλιεργήθηκε
εμείς — we καλλιεργήσαμε καλλιεργηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) καλλιεργήσατε καλλιεργηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they καλλιέργησαν, καλλιεργήσαν(ε) καλλιεργήθηκαν, καλλιεργηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω καλλιεργήσει έχω καλλιεργηθεί
εσύ — you έχεις καλλιεργήσει έχεις καλλιεργηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει καλλιεργήσει έχει καλλιεργηθεί
εμείς — we έχουμε καλλιεργήσει έχουμε καλλιεργηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε καλλιεργήσει έχετε καλλιεργηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν καλλιεργήσει έχουν καλλιεργηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα καλλιεργήσει είχα καλλιεργηθεί
εσύ — you είχες καλλιεργήσει είχες καλλιεργηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε καλλιεργήσει είχε καλλιεργηθεί
εμείς — we είχαμε καλλιεργήσει είχαμε καλλιεργηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε καλλιεργήσει είχατε καλλιεργηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν καλλιεργήσει είχαν καλλιεργηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα καλλιεργώ θα καλλιεργούμαι
εσύ — you θα καλλιεργείς θα καλλιεργείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα καλλιεργεί θα καλλιεργείται
εμείς — we θα καλλιεργούμε θα καλλιεργούμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα καλλιεργείτε θα καλλιεργείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα καλλιεργούν(ε) θα καλλιεργούνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα καλλιεργήσω θα καλλιεργηθώ
εσύ — you θα καλλιεργήσεις θα καλλιεργηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα καλλιεργήσει θα καλλιεργηθεί
εμείς — we θα καλλιεργήσουμε θα καλλιεργηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα καλλιεργήσετε θα καλλιεργηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα καλλιεργήσουν(ε) θα καλλιεργηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω καλλιεργήσει θα έχω καλλιεργηθεί
εσύ — you θα έχεις καλλιεργήσει θα έχεις καλλιεργηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει καλλιεργήσει θα έχει καλλιεργηθεί
εμείς — we θα έχουμε καλλιεργήσει θα έχουμε καλλιεργηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε καλλιεργήσει θα έχετε καλλιεργηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν καλλιεργήσει θα έχουν καλλιεργηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να καλλιεργώ να καλλιεργούμαι
εσύ — you να καλλιεργείς να καλλιεργείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να καλλιεργεί να καλλιεργείται
εμείς — we να καλλιεργούμε να καλλιεργούμαστε
εσείς — you (plural / polite) να καλλιεργείτε να καλλιεργείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να καλλιεργούν(ε) να καλλιεργούνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να καλλιεργήσω να καλλιεργηθώ
εσύ — you να καλλιεργήσεις να καλλιεργηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να καλλιεργήσει να καλλιεργηθεί
εμείς — we να καλλιεργήσουμε, να καλλιεργήσομε να καλλιεργηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να καλλιεργήσετε να καλλιεργηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να καλλιεργήσουν(ε) να καλλιεργηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω καλλιεργήσει να έχω καλλιεργηθεί
εσύ — you να έχεις καλλιεργήσει να έχεις καλλιεργηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει καλλιεργήσει να έχει καλλιεργηθεί
εμείς — we να έχουμε καλλιεργήσει να έχουμε καλλιεργηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε καλλιεργήσει να έχετε καλλιεργηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν καλλιεργήσει να έχουν καλλιεργηθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous — καλλιεργείτε — —
Simple καλλιέργησε καλλιεργήστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Καλλιεργώ is used for cultivating land or crops and, figuratively, developing skills or relationships. Passive forms mainly refer to what is cultivated. Rare second-person passive imperfect forms are omitted; learned καλλιεργείτο / καλλιεργούντο occur in formal writing.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Καλλιεργούν ελιές.

They grow olives.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — καλλιεργώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/kalliergo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /kalliergo/