επιμένω (epimeno) — to insist

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

επιμένω means to insist or persist, often with σε, να or ότι.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I επιμένω
εσύ — you επιμένεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it επιμένει
εμείς — we επιμένουμε, επιμένομε
εσείς — you (plural / polite) επιμένετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they επιμένουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I επέμενα
εσύ — you επέμενες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it επέμενε
εμείς — we επιμέναμε
εσείς — you (plural / polite) επιμένατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they επέμεναν, επιμέναν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I επέμεινα
εσύ — you επέμεινες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it επέμεινε
εμείς — we επιμείναμε
εσείς — you (plural / polite) επιμείνατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they επέμειναν, επιμείναν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω επιμείνει
εσύ — you έχεις επιμείνει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει επιμείνει
εμείς — we έχουμε επιμείνει
εσείς — you (plural / polite) έχετε επιμείνει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν επιμείνει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα επιμείνει
εσύ — you είχες επιμείνει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε επιμείνει
εμείς — we είχαμε επιμείνει
εσείς — you (plural / polite) είχατε επιμείνει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν επιμείνει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα επιμένω
εσύ — you θα επιμένεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα επιμένει
εμείς — we θα επιμένουμε, θα επιμένομε
εσείς — you (plural / polite) θα επιμένετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα επιμένουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα επιμείνω
εσύ — you θα επιμείνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα επιμείνει
εμείς — we θα επιμείνουμε, θα επιμείνομε
εσείς — you (plural / polite) θα επιμείνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα επιμείνουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω επιμείνει
εσύ — you θα έχεις επιμείνει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει επιμείνει
εμείς — we θα έχουμε επιμείνει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε επιμείνει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν επιμείνει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να επιμένω
εσύ — you να επιμένεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να επιμένει
εμείς — we να επιμένουμε, να επιμένομε
εσείς — you (plural / polite) να επιμένετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να επιμένουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να επιμείνω
εσύ — you να επιμείνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να επιμείνει
εμείς — we να επιμείνουμε, να επιμείνομε
εσείς — you (plural / polite) να επιμείνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να επιμείνουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω επιμείνει
εσύ — you να έχεις επιμείνει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει επιμείνει
εμείς — we να έχουμε επιμείνει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε επιμείνει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν επιμείνει

Imperative · Προστακτική

Continuous commands are επίμενε / επιμένετε. They encourage continued persistence.

Simple: επίμεινε (εσύ); επιμείνετε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Distinguish the present stem επιμένω / επέμενα from the perfective επιμείνω / επέμεινα / έχω επιμείνει.
  • There is no ordinary passive paradigm.

Επέμεινε να πληρώσει.

She insisted on paying.

Επίμεινε στην προσπάθειά σου.

Persist in your effort.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — επιμένω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/epimeno/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /epimeno/