επηρεάζω (epireazo) — to influence

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

επηρεάζω means to influence or affect. επηρεάζομαι means to be influenced or affected, often with από.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I επηρεάζω επηρεάζομαι
εσύ — you επηρεάζεις επηρεάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it επηρεάζει επηρεάζεται
εμείς — we επηρεάζουμε, επηρεάζομε επηρεαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) επηρεάζετε επηρεάζεστε, επηρεαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they επηρεάζουν(ε) επηρεάζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I επηρέαζα επηρεαζόμουν(α)
εσύ — you επηρέαζες επηρεαζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it επηρέαζε επηρεαζόταν(ε)
εμείς — we επηρεάζαμε επηρεαζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) επηρεάζατε επηρεαζόσαστε, επηρεαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they επηρέαζαν, επηρεάζαν(ε) επηρεάζονταν, επηρεαζόντανε, επηρεαζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I επηρέασα επηρεάστηκα
εσύ — you επηρέασες επηρεάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it επηρέασε επηρεάστηκε
εμείς — we επηρεάσαμε επηρεαστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) επηρεάσατε επηρεαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they επηρέασαν, επηρεάσαν(ε) επηρεάστηκαν, επηρεαστήκανε

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω επηρεάσει έχω επηρεαστεί
εσύ — you έχεις επηρεάσει έχεις επηρεαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει επηρεάσει έχει επηρεαστεί
εμείς — we έχουμε επηρεάσει έχουμε επηρεαστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε επηρεάσει έχετε επηρεαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν επηρεάσει έχουν επηρεαστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα επηρεάσει είχα επηρεαστεί
εσύ — you είχες επηρεάσει είχες επηρεαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε επηρεάσει είχε επηρεαστεί
εμείς — we είχαμε επηρεάσει είχαμε επηρεαστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε επηρεάσει είχατε επηρεαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν επηρεάσει είχαν επηρεαστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα επηρεάζω θα επηρεάζομαι
εσύ — you θα επηρεάζεις θα επηρεάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα επηρεάζει θα επηρεάζεται
εμείς — we θα επηρεάζουμε, θα επηρεάζομε θα επηρεαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα επηρεάζετε θα επηρεάζεστε, θα επηρεαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα επηρεάζουν(ε) θα επηρεάζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα επηρεάσω θα επηρεαστώ
εσύ — you θα επηρεάσεις θα επηρεαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα επηρεάσει θα επηρεαστεί
εμείς — we θα επηρεάσουμε, θα επηρεάσομε θα επηρεαστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα επηρεάσετε θα επηρεαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα επηρεάσουν(ε) θα επηρεαστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω επηρεάσει θα έχω επηρεαστεί
εσύ — you θα έχεις επηρεάσει θα έχεις επηρεαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει επηρεάσει θα έχει επηρεαστεί
εμείς — we θα έχουμε επηρεάσει θα έχουμε επηρεαστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε επηρεάσει θα έχετε επηρεαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν επηρεάσει θα έχουν επηρεαστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να επηρεάζω να επηρεάζομαι
εσύ — you να επηρεάζεις να επηρεάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να επηρεάζει να επηρεάζεται
εμείς — we να επηρεάζουμε, να επηρεάζομε να επηρεαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να επηρεάζετε να επηρεάζεστε, να επηρεαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να επηρεάζουν(ε) να επηρεάζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να επηρεάσω να επηρεαστώ
εσύ — you να επηρεάσεις να επηρεαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να επηρεάσει να επηρεαστεί
εμείς — we να επηρεάσουμε, να επηρεάσομε να επηρεαστούμε
εσείς — you (plural / polite) να επηρεάσετε να επηρεαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να επηρεάσουν να επηρεαστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω επηρεάσει να έχω επηρεαστεί
εσύ — you να έχεις επηρεάσει να έχεις επηρεαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει επηρεάσει να έχει επηρεαστεί
εμείς — we να έχουμε επηρεάσει να έχουμε επηρεαστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε επηρεάσει να έχετε επηρεαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν επηρεάσει να έχουν επηρεαστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous επηρέαζε επηρεάζετε — επηρεάζεστε
Simple επηρέασε επηρεάστε επηρεάσου επηρεαστείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • επηρεασμένος, -η, -ο describes an influenced or affected state. Positive commands to be influenced are unusual; μην επηρεάζεσαι is a common negative request.

Ο καιρός επηρέασε τα σχέδιά μας.

The weather affected our plans.

Μην επηρεάζεσαι από τις φήμες.

Do not be influenced by rumours.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — επηρεάζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/epireazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /epireazo/