επαινώ (epaino) — to praise

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

επαινώ means to praise or commend someone. επαινούμαι means to be praised.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I επαινώ επαινούμαι
εσύ — you επαινείς επαινείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it επαινεί επαινείται
εμείς — we επαινούμε επαινούμαστε
εσείς — you (plural / polite) επαινείτε επαινείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they επαινούν(ε) επαινούνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I επαινούσα επαινούμουν
εσύ — you επαινούσες επαινούσουν
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it επαινούσε επαινούνταν, επαινείτο
εμείς — we επαινούσαμε επαινούμασταν
εσείς — you (plural / polite) επαινούσατε επαινούσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they επαινούσαν(ε) επαινούνταν, επαινούντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I επαίνεσα επαινέθηκα
εσύ — you επαίνεσες επαινέθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it επαίνεσε επαινέθηκε
εμείς — we επαινέσαμε επαινεθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) επαινέσατε επαινεθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they επαίνεσαν, επαινέσαν(ε) επαινέθηκαν, επαινεθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω επαινέσει έχω επαινεθεί
εσύ — you έχεις επαινέσει έχεις επαινεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει επαινέσει έχει επαινεθεί
εμείς — we έχουμε επαινέσει έχουμε επαινεθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε επαινέσει έχετε επαινεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν επαινέσει έχουν επαινεθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα επαινέσει είχα επαινεθεί
εσύ — you είχες επαινέσει είχες επαινεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε επαινέσει είχε επαινεθεί
εμείς — we είχαμε επαινέσει είχαμε επαινεθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε επαινέσει είχατε επαινεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν επαινέσει είχαν επαινεθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα επαινώ θα επαινούμαι
εσύ — you θα επαινείς θα επαινείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα επαινεί θα επαινείται
εμείς — we θα επαινούμε θα επαινούμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα επαινείτε θα επαινείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα επαινούν(ε) θα επαινούνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα επαινέσω θα επαινεθώ
εσύ — you θα επαινέσεις θα επαινεθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα επαινέσει θα επαινεθεί
εμείς — we θα επαινέσουμε, θα επαινέσομε θα επαινεθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα επαινέσετε θα επαινεθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα επαινέσουν(ε) θα επαινεθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω επαινέσει θα έχω επαινεθεί
εσύ — you θα έχεις επαινέσει θα έχεις επαινεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει επαινέσει θα έχει επαινεθεί
εμείς — we θα έχουμε επαινέσει θα έχουμε επαινεθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε επαινέσει θα έχετε επαινεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν επαινέσει θα έχουν επαινεθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να επαινώ να επαινούμαι
εσύ — you να επαινείς να επαινείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να επαινεί να επαινείται
εμείς — we να επαινούμε να επαινούμαστε
εσείς — you (plural / polite) να επαινείτε να επαινείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να επαινούν(ε) να επαινούνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να επαινέσω να επαινεθώ
εσύ — you να επαινέσεις να επαινεθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να επαινέσει να επαινεθεί
εμείς — we να επαινέσουμε, να επαινέσομε να επαινεθούμε
εσείς — you (plural / polite) να επαινέσετε να επαινεθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να επαινέσουν(ε) να επαινεθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω επαινέσει να έχω επαινεθεί
εσύ — you να έχεις επαινέσει να έχεις επαινεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει επαινέσει να έχει επαινεθεί
εμείς — we να έχουμε επαινέσει να έχουμε επαινεθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε επαινέσει να έχετε επαινεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν επαινέσει να έχουν επαινεθεί

Imperative · Προστακτική

For continuing or repeated praise, να επαινείς / να επαινείτε can be used. Passive commands are uncommon.

Simple: επαίνεσε (εσύ); επαινέστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • επαινεμένος, -η, -ο means praised; επαινούμενος, -η, -ο means being praised.
  • The perfect is έχω επαινέσει in the active and έχω επαινεθεί in the passive.

Η δασκάλα επαίνεσε την προσπάθειά του.

The teacher praised his effort.

Η δουλειά της έχει επαινεθεί.

Her work has been praised.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — επαινώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/epaino/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /epaino/