Your Greek learning toolkit
ρήματαModern Greek Verbs

εμπιστεύομαι — to trust

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

εμπιστεύομαι means to trust someone or something, or entrust something to someone. Its middle endings normally have an active meaning.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I εμπιστεύομαι
εσύ — you εμπιστεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εμπιστεύεται
εμείς — we εμπιστευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) εμπιστεύεστε, εμπιστευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εμπιστεύονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I εμπιστευόμουν(α)
εσύ — you εμπιστευόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εμπιστευόταν(ε)
εμείς — we εμπιστευόμασταν
εσείς — you (plural / polite) εμπιστευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εμπιστεύονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I εμπιστεύτηκα, εμπιστεύθηκα
εσύ — you εμπιστεύτηκες, εμπιστεύθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εμπιστεύτηκε, εμπιστεύθηκε
εμείς — we εμπιστευτήκαμε, εμπιστευθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) εμπιστευτήκατε, εμπιστευθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εμπιστεύτηκαν, εμπιστευθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω εμπιστευτεί
εσύ — you έχεις εμπιστευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει εμπιστευτεί
εμείς — we έχουμε εμπιστευτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε εμπιστευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν εμπιστευτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα εμπιστευτεί
εσύ — you είχες εμπιστευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε εμπιστευτεί
εμείς — we είχαμε εμπιστευτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε εμπιστευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν εμπιστευτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα εμπιστεύομαι
εσύ — you θα εμπιστεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εμπιστεύεται
εμείς — we θα εμπιστευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα εμπιστεύεστε, θα εμπιστευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εμπιστεύονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα εμπιστευτώ, θα εμπιστευθώ
εσύ — you θα εμπιστευτείς, θα εμπιστευθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εμπιστευτεί, θα εμπιστευθεί
εμείς — we θα εμπιστευτούμε, θα εμπιστευθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα εμπιστευτείτε, θα εμπιστευθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εμπιστευτούν(ε), θα εμπιστευθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω εμπιστευτεί
εσύ — you θα έχεις εμπιστευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει εμπιστευτεί
εμείς — we θα έχουμε εμπιστευτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε εμπιστευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν εμπιστευτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να εμπιστεύομαι
εσύ — you να εμπιστεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εμπιστεύεται
εμείς — we να εμπιστευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να εμπιστεύεστε, να εμπιστευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εμπιστεύονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να εμπιστευτώ, να εμπιστευθώ
εσύ — you να εμπιστευτείς, να εμπιστευθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εμπιστευτεί, να εμπιστευθεί
εμείς — we να εμπιστευτούμε, να εμπιστευθούμε
εσείς — you (plural / polite) να εμπιστευτείτε, να εμπιστευθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εμπιστευτούν(ε), να εμπιστευθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω εμπιστευτεί
εσύ — you να έχεις εμπιστευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει εμπιστευτεί
εμείς — we να έχουμε εμπιστευτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε εμπιστευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν εμπιστευτεί

Imperative · Προστακτική

For ongoing trust, να εμπιστεύεσαι / να εμπιστεύεστε can be used.

Simple: εμπιστεύσου, εμπιστέψου (εσύ); εμπιστευτείτε, εμπιστευθείτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • έχω εμπιστευτεί means “I have trusted / entrusted”. To say “I have been trusted”, use με έχουν εμπιστευτεί in an appropriate context.
  • The learned variants εμπιστεύθηκα / εμπιστευθεί are also used. εμπιστευόμενος, -η, -ο describes someone trusting or entrusting.

Σε εμπιστεύομαι.

I trust you.

Της εμπιστεύτηκα τα κλειδιά.

I entrusted her with the keys.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — εμπιστεύομαι.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/empisteuomai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /empisteuomai/