ευχαριστώ (efxaristo59) — to thank; to please · ευχαριστιέμαι — to enjoy

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

ευχαριστώ means to thank someone and can also mean to please or satisfy. This page shows the everyday middle forms ευχαριστιέμαι / ευχαριστιέσαι, commonly meaning enjoy or be pleased. The meaning of the middle depends on context.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ευχαριστώ ευχαριστιέμαι
εσύ — you ευχαριστείς ευχαριστιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ευχαριστεί ευχαριστιέται
εμείς — we ευχαριστούμε ευχαριστιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) ευχαριστείτε ευχαριστιέστε, ευχαριστιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ευχαριστούν(ε) ευχαριστιούνται, ευχαριστιόνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ευχαριστούσα ευχαριστιόμουν(α)
εσύ — you ευχαριστούσες ευχαριστιόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ευχαριστούσε ευχαριστιόνταν(ε)
εμείς — we ευχαριστούσαμε ευχαριστιόμασταν
εσείς — you (plural / polite) ευχαριστούσατε ευχαριστιόσαστε, ευχαριστιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they ευχαριστούσαν(ε) ευχαριστιόνταν(ε), ευχαριστιούνταν, ευχαριστιόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ευχαρίστησα ευχαριστήθηκα
εσύ — you ευχαρίστησες ευχαριστήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ευχαρίστησε ευχαριστήθηκε
εμείς — we ευχαριστήσαμε ευχαριστηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) ευχαριστήσατε ευχαριστηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ευχαρίστησαν, ευχαριστήσαν(ε) ευχαριστήθηκαν, ευχαριστηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω ευχαριστήσει έχω ευχαριστηθεί
εσύ — you έχεις ευχαριστήσει έχεις ευχαριστηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει ευχαριστήσει έχει ευχαριστηθεί
εμείς — we έχουμε ευχαριστήσει έχουμε ευχαριστηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε ευχαριστήσει έχετε ευχαριστηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν ευχαριστήσει έχουν ευχαριστηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα ευχαριστήσει είχα ευχαριστηθεί
εσύ — you είχες ευχαριστήσει είχες ευχαριστηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε ευχαριστήσει είχε ευχαριστηθεί
εμείς — we είχαμε ευχαριστήσει είχαμε ευχαριστηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε ευχαριστήσει είχατε ευχαριστηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν ευχαριστήσει είχαν ευχαριστηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ευχαριστώ θα ευχαριστιέμαι
εσύ — you θα ευχαριστείς θα ευχαριστιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ευχαριστεί θα ευχαριστιέται
εμείς — we θα ευχαριστούμε θα ευχαριστιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα ευχαριστείτε θα ευχαριστιέστε, θα ευχαριστιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ευχαριστούν(ε) θα ευχαριστιούνται, θα ευχαριστιόνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ευχαριστήσω θα ευχαριστηθώ
εσύ — you θα ευχαριστήσεις θα ευχαριστηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ευχαριστήσει θα ευχαριστηθεί
εμείς — we θα ευχαριστήσουμε θα ευχαριστηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα ευχαριστήσετε θα ευχαριστηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ευχαριστήσουν(ε) θα ευχαριστηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω ευχαριστήσει θα έχω ευχαριστηθεί
εσύ — you θα έχεις ευχαριστήσει θα έχεις ευχαριστηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει ευχαριστήσει θα έχει ευχαριστηθεί
εμείς — we θα έχουμε ευχαριστήσει θα έχουμε ευχαριστηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε ευχαριστήσει θα έχετε ευχαριστηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν ευχαριστήσει θα έχουν ευχαριστηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ευχαριστώ να ευχαριστιέμαι
εσύ — you να ευχαριστείς να ευχαριστιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ευχαριστεί να ευχαριστιέται
εμείς — we να ευχαριστούμε να ευχαριστιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να ευχαριστείτε να ευχαριστιέστε, να ευχαριστιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ευχαριστούν(ε) να ευχαριστιούνται, να ευχαριστιόνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ευχαριστήσω να ευχαριστηθώ
εσύ — you να ευχαριστήσεις να ευχαριστηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ευχαριστήσει να ευχαριστηθεί
εμείς — we να ευχαριστήσουμε, να ευχαριστήσομε να ευχαριστηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να ευχαριστήσετε να ευχαριστηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ευχαριστήσουν(ε) να ευχαριστηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω ευχαριστήσει να έχω ευχαριστηθεί
εσύ — you να έχεις ευχαριστήσει να έχεις ευχαριστηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει ευχαριστήσει να έχει ευχαριστηθεί
εμείς — we να έχουμε ευχαριστήσει να έχουμε ευχαριστηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε ευχαριστήσει να έχετε ευχαριστηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν ευχαριστήσει να έχουν ευχαριστηθεί

Imperative · Προστακτική

For ongoing action, να ευχαριστείς / να ευχαριστείτε can be used. Middle commands ευχαριστήσου / ευχαριστηθείτε mean enjoy or take pleasure in something in a suitable context.

Simple: ευχαρίστησε (εσύ); ευχαριστήστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • Do not assume that ευχαριστήθηκα means “I was thanked”. It commonly means “I enjoyed it / was pleased”. To express receiving thanks unambiguously, use με ευχαρίστησαν.
  • ευχαριστημένος, -η, -ο means pleased or satisfied and agrees with the subject.

Σε ευχαριστώ για τη βοήθεια.

Thank you for your help.

Ευχαριστήθηκα τη βόλτα.

I enjoyed the walk.

Είμαι ευχαριστημένη με το αποτέλεσμα.

I am satisfied with the result.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ευχαριστώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/efxaristo59/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

1 thought on “ευχαριστώ (efxaristo59) — to thank; to please · ευχαριστιέμαι — to enjoy”

Comments are closed.

ModernGreekVerbs.com · /efxaristo59/