Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

δανείζω — to lend; δανείζομαι — to borrow

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

δανείζω means “to lend”; δανείζομαι usually means “to borrow.” The middle/passive column therefore often describes the borrower, rather than a person being lent.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δανείζω δανείζομαι
εσύ — you δανείζεις δανείζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δανείζει δανείζεται
εμείς — we δανείζουμε, δανείζομε δανειζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) δανείζετε δανείζεστε, δανειζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they δανείζουν(ε) δανείζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δάνειζα δανειζόμουν(α)
εσύ — you δάνειζες δανειζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δάνειζε δανειζόταν(ε)
εμείς — we δανείζαμε δανειζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) δανείζατε δανειζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they δάνειζαν, δανείζαν(ε) δανείζονταν, δανειζόντανε, δανειζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δάνεισα δανείστηκα
εσύ — you δάνεισες δανείστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δάνεισε δανείστηκε
εμείς — we δανείσαμε δανειστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) δανείσατε δανειστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they δάνεισαν, δανείσαν(ε) δανείστηκαν, δανειστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω δανείσει έχω δανειστεί
εσύ — you έχεις δανείσει έχεις δανειστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει δανείσει έχει δανειστεί
εμείς — we έχουμε δανείσει έχουμε δανειστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε δανείσει έχετε δανειστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν δανείσει έχουν δανειστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα δανείσει είχα δανειστεί
εσύ — you είχες δανείσει είχες δανειστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε δανείσει είχε δανειστεί
εμείς — we είχαμε δανείσει είχαμε δανειστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε δανείσει είχατε δανειστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν δανείσει είχαν δανειστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα δανείζω θα δανείζομαι
εσύ — you θα δανείζεις θα δανείζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα δανείζει θα δανείζεται
εμείς — we θα δανείζουμε, θα δανείζομε θα δανειζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα δανείζετε θα δανείζεστε, θα δανειζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα δανείζουν(ε) θα δανείζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα δανείσω θα δανειστώ
εσύ — you θα δανείσεις θα δανειστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα δανείσει θα δανειστεί
εμείς — we θα δανείσουμε, θα δανείσομε θα δανειστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα δανείσετε θα δανειστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα δανείσουν(ε) θα δανειστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω δανείσει θα έχω δανειστεί
εσύ — you θα έχεις δανείσει θα έχεις δανειστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει δανείσει θα έχει δανειστεί
εμείς — we θα έχουμε δανείσει θα έχουμε δανειστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε δανείσει θα έχετε δανειστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν δανείσει θα έχουν δανειστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να δανείζω να δανείζομαι
εσύ — you να δανείζεις να δανείζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να δανείζει να δανείζεται
εμείς — we να δανείζουμε, να δανείζομε να δανειζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να δανείζετε να δανείζεστε, να δανειζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να δανείζουν(ε) να δανείζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να δανείσω να δανειστώ
εσύ — you να δανείσεις να δανειστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να δανείσει να δανειστεί
εμείς — we να δανείσουμε, να δανείσομε να δανειστούμε
εσείς — you (plural / polite) να δανείσετε να δανειστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να δανείσουν(ε) να δανειστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω δανείσει να έχω δανειστεί
εσύ — you να έχεις δανείσει να έχεις δανειστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει δανείσει να έχει δανειστεί
εμείς — we να έχουμε δανείσει να έχουμε δανειστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε δανείσει να έχετε δανειστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν δανείσει να έχουν δανειστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous δάνειζε δανείζετε — δανείζεστε
Simple δάνεισε δανείστε δανείσου δανειστείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Present participles: δανείζοντας; δανειζόμενος, δανειζόμενη, δανειζόμενο (borrowing). Result participle: δανεισμένος, δανεισμένη, δανεισμένο; interpret it in context.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Δάνεισα το ποδήλατό μου στη Μαρία.

I lent my bicycle to Maria.

Δανείστηκα ένα βιβλίο από τη βιβλιοθήκη.

I borrowed a book from the library.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — δανείζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/daneizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /daneizo/