Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

δακρύζω — to shed tears, tear up

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

δακρύζω means “to shed tears” or “to tear up,” from emotion or irritation of the eyes. It is intransitive; no ordinary passive paradigm is used.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I δακρύζω
εσύ — you δακρύζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δακρύζει
εμείς — we δακρύζουμε, δακρύζομε
εσείς — you (plural / polite) δακρύζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they δακρύζουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I δάκρυζα
εσύ — you δάκρυζες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δάκρυζε
εμείς — we δακρύζαμε
εσείς — you (plural / polite) δακρύζατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they δάκρυζαν, δακρύζαν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I δάκρυσα
εσύ — you δάκρυσες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δάκρυσε
εμείς — we δακρύσαμε
εσείς — you (plural / polite) δακρύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they δάκρυσαν, δακρύσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω δακρύσει
εσύ — you έχεις δακρύσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει δακρύσει
εμείς — we έχουμε δακρύσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε δακρύσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν δακρύσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα δακρύσει
εσύ — you είχες δακρύσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε δακρύσει
εμείς — we είχαμε δακρύσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε δακρύσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν δακρύσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα δακρύζω
εσύ — you θα δακρύζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα δακρύζει
εμείς — we θα δακρύζουμε, θα δακρύζομε
εσείς — you (plural / polite) θα δακρύζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα δακρύζουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα δακρύσω
εσύ — you θα δακρύσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα δακρύσει
εμείς — we θα δακρύσουμε, θα δακρύσομε
εσείς — you (plural / polite) θα δακρύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα δακρύσουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω δακρύσει
εσύ — you θα έχεις δακρύσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει δακρύσει
εμείς — we θα έχουμε δακρύσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε δακρύσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν δακρύσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να δακρύζω
εσύ — you να δακρύζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να δακρύζει
εμείς — we να δακρύζουμε, να δακρύζομε
εσείς — you (plural / polite) να δακρύζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να δακρύζουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να δακρύσω
εσύ — you να δακρύσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να δακρύσει
εμείς — we να δακρύσουμε, να δακρύσομε
εσείς — you (plural / polite) να δακρύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να δακρύσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω δακρύσει
εσύ — you να έχεις δακρύσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει δακρύσει
εμείς — we να έχουμε δακρύσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε δακρύσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν δακρύσει

Imperative · Προστακτική

Continuous: δάκρυζε (εσύ); δακρύζετε (εσείς). Commands are less common than statements with this verb.

Simple: δάκρυσε (εσύ); δακρύστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Present participle: δακρύζοντας. The adjective δακρυσμένος, δακρυσμένη, δακρυσμένο means tearful; it does not create a passive conjugation.

Τα μάτια μου δάκρυσαν από τον καπνό.

My eyes watered from the smoke.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — δακρύζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/dakrizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /dakrizo/