ανοίγω (anoigo) — to open

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

Modern Greek verb conjugation

ανοίγω · to open

Passive/middle: ανοίγομαι.

Άνοιξα την πόρτα. — I opened the door. Η πόρτα άνοιξε. — The door opened.

Action versus state: έχω ανοίξει is the perfect. Η πόρτα είναι ανοιχτή is the usual way to say the door is open. The participle ανοιγμένος can emphasise that something has been opened; it is not an automatic perfect-tense alternative.

Middle meaning: ανοίγομαι σε κάποιον can mean to open up emotionally to someone.

Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.

Indicative · Οριστική

Present · Ενεστώτας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iανοίγωανοίγομαι
εσύ · youανοίγειςανοίγεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itανοίγειανοίγεται
εμείς · weανοίγουμε, ανοίγομεανοιγόμαστε
εσείς · youανοίγετεανοίγεστε, ανοιγόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyανοίγουν(ε)ανοίγονται

Imperfect · Παρατατικός

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iάνοιγαανοιγόμουν(α)
εσύ · youάνοιγεςανοιγόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itάνοιγεανοιγόταν(ε)
εμείς · weανοίγαμεανοιγόμαστε, ανοιγόμασταν
εσείς · youανοίγατεανοιγόσαστε, ανοιγόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά · theyάνοιγαν, ανοίγαν(ε)ανοίγονταν, ανοιγόντανε, ανοιγόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iάνοιξαανοίχτηκα
εσύ · youάνοιξεςανοίχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itάνοιξεανοίχτηκε
εμείς · weανοίξαμεανοιχτήκαμε
εσείς · youανοίξατεανοιχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyάνοιξαν, ανοίξαν(ε)ανοίχτηκαν, ανοιχτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iέχω ανοίξειέχω ανοιχτεί
εσύ · youέχεις ανοίξειέχεις ανοιχτεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itέχει ανοίξειέχει ανοιχτεί
εμείς · weέχουμε ανοίξειέχουμε ανοιχτεί
εσείς · youέχετε ανοίξειέχετε ανοιχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyέχουν ανοίξειέχουν ανοιχτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iείχα ανοίξειείχα ανοιχτεί
εσύ · youείχες ανοίξειείχες ανοιχτεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itείχε ανοίξειείχε ανοιχτεί
εμείς · weείχαμε ανοίξειείχαμε ανοιχτεί
εσείς · youείχατε ανοίξειείχατε ανοιχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyείχαν ανοίξειείχαν ανοιχτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα ανοίγωθα ανοίγομαι
εσύ · youθα ανοίγειςθα ανοίγεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα ανοίγειθα ανοίγεται
εμείς · weθα ανοίγουμε, θα ανοίγομεθα ανοιγόμαστε
εσείς · youθα ανοίγετεθα ανοίγεστε, θα ανοιγόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα ανοίγουν(ε)θα ανοίγονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα ανοίξωθα ανοιχτώ
εσύ · youθα ανοίξειςθα ανοιχτείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα ανοίξειθα ανοιχτεί
εμείς · weθα ανοίξουμε, θα ανοίξομεθα ανοιχτούμε
εσείς · youθα ανοίξετεθα ανοιχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα ανοίξουν(ε)θα ανοιχτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα έχω ανοίξειθα έχω ανοιχτεί
εσύ · youθα έχεις ανοίξειθα έχεις ανοιχτεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα έχει ανοίξειθα έχει ανοιχτεί
εμείς · weθα έχουμε ανοίξειθα έχουμε ανοιχτεί
εσείς · youθα έχετε ανοίξειθα έχετε ανοιχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα έχουν ανοίξειθα έχουν ανοιχτεί

Subjunctive · Υποτακτική

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα ανοίγωνα ανοίγομαι
εσύ · youνα ανοίγειςνα ανοίγεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα ανοίγεινα ανοίγεται
εμείς · weνα ανοίγουμε, να ανοίγομενα ανοιγόμαστε
εσείς · youνα ανοίγετενα ανοίγεστε, να ανοιγόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα ανοίγουν(ε)να ανοίγονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα ανοίξωνα ανοιχτώ
εσύ · youνα ανοίξειςνα ανοιχτείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα ανοίξεινα ανοιχτεί
εμείς · weνα ανοίξουμε, να ανοίξομενα ανοιχτούμε
εσείς · youνα ανοίξετενα ανοιχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα ανοίξουν(ε)να ανοιχτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα έχω ανοίξεινα έχω ανοιχτεί
εσύ · youνα έχεις ανοίξεινα έχεις ανοιχτεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα έχει ανοίξεινα έχει ανοιχτεί
εμείς · weνα έχουμε ανοίξεινα έχουμε ανοιχτεί
εσείς · youνα έχετε ανοίξεινα έχετε ανοιχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα έχουν ανοίξεινα έχουν ανοιχτεί

Imperative · Προστακτική

Continuous active: άνοιγε / ανοίγετε.

Simple active: άνοιξε / ανοίξτε; plural alternative ανοίχτε.

Simple middle: ανοίξου / ανοιχτείτε.

Other forms · Άλλοι τύποι

Present participle: ανοίγοντας.

Perfect participial construction: έχοντας ανοίξει; passive έχοντας ανοιχτεί.

Participial adjective: ανοιγμένος, ανοιγμένη, ανοιγμένο. Its use depends on the state or result being described.

Invariant compound-tense forms: ανοίξει / ανοιχτεί; not independently used infinitives.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/anoigo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /anoigo/