Paristano

Paristano

ΠΑΡΙΣΤΑΝΩ
I portray
Active Passive
Singular Plural Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
παριστάνω παριστάνουμε, παριστάνομε παριστάνομαι παριστανόμαστε
παριστάνεις παριστάνετε παριστάνεσαι παριστάνεστε
παριστάνει παριστάνουν(ε) παριστάνεται παριστάνονται
Imper
fect
παρέστανα παριστάναμε παριστανόμουν(α) παριστανόμαστε
παρέστανες παριστάνατε παριστανόσουν(α) παριστανόσαστε
παρέστανε παρέσταναν, παριστάναν(ε) παριστανόταν(ε) παριστάνονταν
Aorist παρέστησα, παράστησα παραστάσαμε παραστάθηκα παρασταθήκαμε
παρέστησες, παράστησες παραστάσατε παραστάθηκες παρασταθήκατε
παρέστησε, παράστησε παρέστησαν, παράστησαν, παραστάσαν(ε) παραστάθηκε παραστάθηκαν, παρασταθήκαν(ε)
Per
fect
έχω παραστάσει έχουμε παραστάσει έχω παρασταθεί έχουμε παρασταθεί
έχεις παραστάσει έχετε παραστάσει έχεις παρασταθεί έχετε παρασταθεί
έχει παραστάσει έχουν παραστάσει έχει παρασταθεί έχουν παρασταθεί
Plu
per
fect
είχα παραστάσει είχαμε παραστάσει είχα παρασταθεί είχαμε παρασταθεί
είχες παραστάσει είχατε παραστάσει είχες παρασταθεί είχατε παρασταθεί
είχε παραστάσει είχαν παραστάσει είχε παρασταθεί είχαν παρασταθεί
Fut
ure
Cont
inuous
θα παριστάνω θα παριστάνουμε, θα παριστάνομε θα παριστάνομαι θα παριστανόμαστε
θα παριστάνεις θα παριστάνετε θα παριστάνεσαι θα παριστάνεστε, θα παριστανόσαστε
θα παριστάνει θα παριστάνουν(ε) θα παριστάνεται θα παριστάνονται
Simp
Fut
θα παραστάσω θα παραστάσουμε, θα παραστάσομε θα παρασταθώ θα παρασταθούμε
θα παραστάσεις θα παραστάσετε θα παρασταθείς θα παρασταθείτε
θα παραστάσει θα παραστάσουν(ε) θα παρασταθεί θα παρασταθούν(ε)
Fut
Perf
θα έχω παραστάσει θα έχουμε παραστάσει θα έχω παρασταθεί θα έχουμε παρασταθεί
θα έχεις παραστάσει θα έχετε παραστάσει θα έχεις παρασταθεί θα έχετε παρασταθεί
θα έχει παραστάσει θα έχουν παραστάσει θα έχει παρασταθεί θα έχουν παρασταθεί
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να παριστάνω να παριστάνουμε, να παριστάνομε να παριστάνομαι να παριστανόμαστε
να παριστάνεις να παριστάνετε να παριστάνεσαι να παριστάνεστε, να παριστανόσαστε
να παριστάνει να παριστάνουν(ε) να παριστάνεται να παριστάνονται
Aorist να παραστάσω να παραστάσουμε, να παραστάσομε να παρασταθώ να παρασταθούμε
να παραστάσεις να παραστάσετε να παρασταθείς να παρασταθείτε
να παραστάσει να παραστάσουν(ε) να παρασταθεί να παρασταθούν(ε)
Perf να έχω παραστάσει να έχουμε παραστάσει να έχω παρασταθεί να έχουμε παρασταθεί
να έχεις παραστάσει να έχετε παραστάσει να έχεις παρασταθεί να έχετε παρασταθεί
να έχει παραστάσει να έχουν παραστάσει να έχει παρασταθεί να έχουν παρασταθεί
Imper
ative
Pres παρέστανε παριστάνετε παριστάνεστε
Aorist παρέστησε, παράστησε παραστάστε παραστάσου παρασταθείτε
Part
iciple
Pres παριστάνοντας παριστανόμενος
Perf έχοντας παραστάσει παραστημένος, -η, -ο παραστημένοι, -ες, -α
Infin Aorist παραστάσει παρασταθεί


2017-03-22T01:56:18+00:00