ΓΛΙΣΤΡΩ
I slip
Active
Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
γλιστράω, γλιστρώ γλιστράμε, γλιστρούμε
γλιστράς γλιστράτε
γλιστράει, γλιστρά γλιστράν(ε), γλιστρούν(ε)
Imper
fect
γλιστρούσα, γλίστραγα γλιστρούσαμε, γλιστράγαμε
γλιστρούσες, γλίστραγες γλιστρούσατε, γλιστράγατε
γλιστρούσε, γλίστραγε γλιστρούσαν(ε), γλίστραγαν, γλιστράγανε
Aorist γλίστρησα γλιστρήσαμε
γλίστρησες γλιστρήσατε
γλίστρησε γλίστρησαν, γλιστρήσαν(ε)
Perf
ect
έχω γλιστρήσει έχουμε γλιστρήσει
έχεις γλιστρήσει έχετε γλιστρήσει
έχει γλιστρήσει έχουν γλιστρήσει
Plu
perf
ect
είχα γλιστρήσει είχαμε γλιστρήσει
είχες γλιστρήσει είχατε γλιστρήσει
είχε γλιστρήσει είχαν γλιστρήσει
Fut
ure
Cont
inuous
θα γλιστράω, θα γλιστρώ θα γλιστράμε, θα γλιστρούμε
θα γλιστράς θα γλιστράτε
θα γλιστράει, θα γλιστρά θα γλιστράν(ε), θα γλιστρούν(ε)
Simp
Fut
θα γλιστρήσω θα γλιστρήσουμε, θα γλιστρήσομε
θα γλιστρήσεις θα γλιστρήσετε
θα γλιστρήσει θα γλιστρήσουν(ε)
Fut
Perf
θα έχω γλιστρήσει θα έχουμε γλιστρήσει
θα έχεις γλιστρήσει θα έχετε γλιστρήσει
θα έχει γλιστρήσει θα έχουν γλιστρήσει
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να γλιστράω, να γλιστρώ να γλιστράμε, να γλιστρούμε
να γλιστράς να γλιστράτε
να γλιστράει, να γλιστρά να γλιστράν(ε), να γλιστρούν(ε)
Aorist να γλιστρήσω να γλιστρήσουμε, να γλιστρήσομε
να γλιστρήσεις να γλιστρήσετε
να γλιστρήσει να γλιστρήσουν(ε)
Perf να έχω γλιστρήσει να έχουμε γλιστρήσει
να έχεις γλιστρήσει να έχετε γλιστρήσει
να έχει γλιστρήσει να έχουν γλιστρήσει
Imper
ative
Pres γλίστρα, γλίστραγε γλιστράτε
Aorist γλίστρησε, γλίστρα γλιστρήστε
Part
iciple
Pres γλιστρώντας
Perf έχοντας γλιστρήσει
Infin Aorist γλιστρήσει