ΓΚΡΙΝΙΑΖΩ
I moan
Active
Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
γκρινιάζω γκρινιάζουμε, γκρινιάζομε
γκρινιάζεις γκρινιάζετε
γκρινιάζει γκρινιάζουν(ε)
Imper
fect
γκρίνιαζα γκρινιάζαμε
γκρίνιαζες γκρινιάζατε
γκρίνιαζε γκρίνιαζαν, γκρινιάζαν(ε)
Aorist γκρίνιαξα γκρινιάξαμε
γκρίνιαξες γκρινιάξατε
γκρίνιαξε γκρίνιαξαν, γκρινιάξαν(ε)
Per
fect
έχω γκρινιάξει έχουμε γκρινιάξει
έχεις γκρινιάξει έχετε γκρινιάξει
έχει γκρινιάξει έχουν γκρινιάξει>
Plu
per
fect
είχα γκρινιάξει είχαμε γκρινιάξει
είχες γκρινιάξει είχατε γκρινιάξει
είχε γκρινιάξει είχαν γκρινιάξει
Fut
ure
Cont
inuous
θα γκρινιάζω θα γκρινιάζουμε, θα γκρινιάζομε
θα γκρινιάζεις θα γκρινιάζετε
θα γκρινιάζει θα γκρινιάζουν(ε)
Simp
Fut
θα γκρινιάξω θα γκρινιάξουμε, θα γκρινιάξομε
θα γκρινιάξεις θα γκρινιάξετε
θα γκρινιάξει θα γκρινιάξουν(ε)
Fut
Perf
θα έχω γκρινιάξει θα έχουμε γκρινιάξει
θα έχεις γκρινιάξει θα έχετε γκρινιάξει
θα έχει γκρινιάξει θα έχουν γκρινιάξει
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να γκρινιάζω να γκρινιάζουμε, να γκρινιάζομε
να γκρινιάζεις να γκρινιάζετε
να γκρινιάζει να γκρινιάζουν(ε)
Aorist να γκρινιάξω να γκρινιάξουμε, να γκρινιάξομε
να γκρινιάξεις να γκρινιάξετε
να γκρινιάξει να γκρινιάξουν(ε)
Perf να έχω γκρινιάξει να έχουμε γκρινιάξει
να έχεις γκρινιάξει να έχετε γκρινιάξει
να έχει γκρινιάξει να έχουν γκρινιάξει
Imper
ative
Pres γκρίνιαζε γκρινιάζετε
Aorist γκρίνιαξε γκρινιάξτε, γκρινιάχτε
Part
iciple
Pres γκρινιάζοντας
Perf έχοντας γκρινιάξει
Infin Aorist γκρινιάξει