Fountono

Fountono

ΦΟΥΝΤΩΝΩ
I grow tufty
Active
Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
φουντώνω φουντώνουμε, φουντώνομε
φουντώνεις φουντώνετε
φουντώνει φουντώνουν(ε)
Imper
fect
φούντωνα φουντώναμε
φούντωνες φουντώνατε
φούντωνε φούντωναν, φουντώναν(ε)
Aorist φούντωσα φουντώσαμε
φούντωσες φουντώσατε
φούντωσε φούντωσαν, φουντώσαν(ε)
Per
fect
έχω φουντώσει έχουμε φουντώσει
έχεις φουντώσει έχετε φουντώσει
έχει φουντώσει έχουν φουντώσει
Plu
per
fect
είχα φουντώσει είχαμε φουντώσει
είχες φουντώσει είχατε φουντώσει
είχε φουντώσει είχαν φουντώσει
Fut
ure
Cont
inuous
θα φουντώνω θα φουντώνουμε, θα φουντώνομε
θα φουντώνεις θα φουντώνετε
θα φουντώνει θα φουντώνουν(ε)
Simp
Fut
θα φουντώσω θα φουντώσουμε, θα φουντώσομε
θα φουντώσεις θα φουντώσετε
θα φουντώσει θα φουντώσουν
Fut
Perf
θα έχω φουντώσει θα έχουμε φουντώσει
θα έχεις φουντώσει θα έχετε φουντώσει
θα έχει φουντώσει θα έχουν φουντώσει
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να φουντώνω να φουντώνουμε, να φουντώνομε
να φουντώνεις να φουντώνετε
να φουντώνει να φουντώνουν(ε)
Aorist να φουντώσω να φουντώσουμε, να φουντώσομε
να φουντώσεις να φουντώσετε
να φουντώσει να φουντώσουν(ε)
Perf να έχω φουντώσει να έχουμε φουντώσει
να έχεις φουντώσει να έχετε φουντώσει
να έχει φουντώσει να έχουν φουντώσει
Imper
ative
Pres φούντωνε φουντώνετε
Aorist φούντωσε φουντώσετε, φουντώστε
Part
iciple
Pres φουντώνοντας
Perf έχοντας φουντώσει
Infin Aorist φουντώσει


2017-03-22T01:55:10+00:00