ΔΕΟΜΑΙ
I pray
Active
Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
δέομαι δεόμαστε
δέεσαι δέεστε, δεόσαστε
δέεται δέονται
Imper
fect
δεόμουν(α) δεόμαστε, δεόμασταν
δεόσουν(α) δεόσαστε, δεόσασταν
δεόταν(ε) δέονταν, δεόντανε, δεόντουσαν
Aorist δεήθηκα δεηθήκαμε
δεήθηκες δεηθήκατε
δεήθηκε δεήθηκαν, δεηθήκαν(ε)
Per
fect
έχω δεηθεί έχουμε δεηθεί
έχεις δεηθεί έχετε δεηθεί
έχει δεηθεί έχουν δεηθεί
Plu
per
fect
είχα δεηθεί είχαμε δεηθεί
είχες δεηθεί είχατε δεηθεί
είχε δεηθεί είχαν δεηθεί
Fut
ure
Cont
inuous
θα δέομαι θα δεόμαστε
θα δέεσαι θα δέεστε, θα δεόσαστε
θα δέεται θα δέονται
Simp
Fut
θα δεηθώ θα δεηθούμε
θα δεηθείς θα δεηθείτε
θα δεηθεί θα δεηθούν(ε)
Fut
Perf
θα έχω δεηθεί θα έχουμε δεηθεί
θα έχεις δεηθεί θα έχετε δεηθεί
θα έχει δεηθεί θα έχουν δεηθεί
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να δέομαι να δεόμαστε
να δέεσαι να δέεστε, να δεόσαστε
να δέεται να δέονται
Aorist να δεηθώ να δεηθούμε
να δεηθείς να δεηθείτε
να δεηθεί να δεηθούν(ε)
Perf να έχω δεηθεί να έχουμε δεηθεί
να έχεις δεηθεί να έχετε δεηθεί
να έχει δεηθεί να έχουν δεηθεί
Imper
ative
Pres δέεστε
Aorist δεήσου δεηθείτε
Part
iciple
Pres δεόμενος
Perf
Infin Aorist δεηθεί