Astrafto

Astrafto

ΑΣΤΡΑΦΤΩ
I flash
Active
Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
αστράφτω αστράφτουμε, αστράφτομε
αστράφτεις αστράφτετε
αστράφτει αστράφτουν(ε)
Imper
fect
άστραφτα αστράφταμε
άστραφτες αστράφτατε
άστραφτε άστραφταν, αστράφταν(ε)
Aorist άστραψα αστράψαμε
άστραψες αστράψατε
άστραψε άστραψαν, αστράψαν(ε)
Per
fect
έχω αστράψει έχουμε αστράψει
έχεις αστράψει έχετε αστράψει
έχει αστράψει έχουν αστράψει
Plu
per
fect
είχα αστράψει είχαμε αστράψει
είχες αστράψει είχατε αστράψει
είχε αστράψει είχαν αστράψει
Fut
ure
Cont
inuous
θα αστράφτω θα αστράφτουμε, θα αστράφτομε
θα αστράφτεις θα αστράφτετε
θα αστράφτει θα αστράφτουν(ε)
Simp
Fut
θα αστράψω θα αστράψουμε, θα αστράψομε
θα αστράψεις θα αστράψετε
θα αστράψει θα αστράψουν(ε)
Fut
Perf
θα έχω αστράψει θα έχουμε αστράψει
θα έχεις αστράψει θα έχετε αστράψει
θα έχει αστράψει θα έχουν αστράψει
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να αστράφτω να αστράφτουμε, να αστράφτομε
να αστράφτεις να αστράφτετε
να αστράφτει να αστράφτουν(ε)
Aorist να αστράψω να αστράψουμε, να αστράψομε
να αστράψεις να αστράψετε
να αστράψει να αστράψουν(ε)
Perf να έχω αστράψει να έχουμε αστράψει
να έχεις αστράψει να έχετε αστράψει
να έχει αστράψει να έχουν αστράψει
Imper
ative
Pres αστράφτε αστράφτετε
Aorist αστράψε αστράψετε, αστράψτε
Part
iciple
Pres αστράφτοντας
Perf έχοντας αστράψει
Infin Aorist αστράψει


2017-03-22T01:54:16+00:00