Artaino

Artaino

ΑΡΤΑΙΝΩ
I spice
Active Passive
Singular Plural Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
αρταίνω αρταίνουμε, αρταίνομε αρταίνομαι αρταινόμαστε
αρταίνεις αρταίνετε αρταίνεσαι αρταίνεστε, αρταινόσαστε
αρταίνει αρταίνουν(ε) αρταίνεται αρταίνονται
Imper
fect
άρταινα αρταίναμε αρταινόμουν(α) αρταινόμαστε, αρταινόμασταν
άρταινες αρταίνατε αρταινόσουν(α) αρταινόσαστε, αρταινόσασταν
άρταινε άρταιναν, αρταίναν(ε) αρταινόταν(ε) αρταίνονταν, αρταινόντανε, αρταινόντουσαν
Aorist άρτυσα αρτύσαμε αρτύθηκα αρτυθήκαμε
άρτυσες αρτύσατε αρτύθηκες αρτυθήκατε
άρτυσε άρτυσαν, αρτύσαν(ε) αρτύθηκε αρτύθηκαν, αρτυθήκαν(ε)
Per
fect
έχω αρτύσει
έχω αρτυμένο
έχουμε αρτύσει
έχουμε αρτυμένο
έχω αρτυθεί
είμαι αρτυμένος, -η
έχουμε αρτυθεί
είμαστε αρτυμένοι, -ες
έχεις αρτύσει
έχεις αρτυμένο
έχετε αρτύσει
έχετε αρτυμένο
έχεις αρτυθεί
είσαι αρτυμένος, -η
έχετε αρτυθεί
είστε αρτυμένοι, -ες
έχει αρτύσει
έχει αρτυμένο
έχουν αρτύσει
έχουν αρτυμένο
έχει αρτυθεί
είναι αρτυμένος, -η, -ο
έχουν αρτυθεί
είναι αρτυμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα αρτύσει
είχα αρτυμένο
είχαμε αρτύσει
είχαμε αρτυμένο
είχα αρτυθεί
ήμουν αρτυμένος, -η
είχαμε αρτυθεί
ήμαστε αρτυμένοι, -ες
είχες αρτύσει
είχες αρτυμένο
είχατε αρτύσει
είχατε αρτυμένο
είχες αρτυθεί
ήσουν αρτυμένος, -η
είχατε αρτυθεί
ήσαστε αρτυμένοι, -ες
είχε αρτύσει
είχε αρτυμένο
είχαν αρτύσει
είχαν αρτυμένο
είχε αρτυθεί
ήταν αρτυμένος, -η, -ο
είχαν αρτυθεί
ήταν αρτυμένοι, -ες, -α
Fut
ure
Cont
inuous
θα αρταίνω θα αρταίνουμε, θα αρταίνομε θα αρταίνομαι θα αρταινόμαστε
θα αρταίνεις θα αρταίνετε θα αρταίνεσαι θα αρταίνεστε, θα αρταινόσαστε
θα αρταίνει θα αρταίνουν(ε) θα αρταίνεται θα αρταίνονται
Simp
Fut
θα αρτύσω θα αρτύσουμε, θα αρτύσομε θα αρτυθώ θα αρτυθούμε
θα αρτύσεις θα αρτύσετε θα αρτυθείς θα αρτυθείτε
θα αρτύσει θα αρτύσουν(ε) θα αρτυθεί θα αρτυθούν(ε)
Fut
Perf
θα έχω αρτύσει
θα έχω αρτυμένο
θα έχουμε αρτύσει
θα έχουμε αρτυμένο
θα έχω αρτυθεί
θα είμαι αρτυμένος, -η
θα έχουμε αρτυθεί
θα είμαστε αρτυμένοι, -ες
θα έχεις αρτύσει
θα έχεις αρτυένο
θα έχετε αρτύσει
θα έχετε αρτυμένο
θα έχεις αρτυθεί
θα είσαι αρτυμένος, -η
θα έχετε αρτυθεί
θα είστε αρτυμένοι, -ες
θα έχει αρτύσει
θα έχει αρτυμένο
θα έχουν αρτύσει
θα έχουν αρτυμένο
θα έχει αρτυθεί
θα είναι αρτυμένος, -η, -ο
θα έχουν αρτυθεί
θα είναι αρτυμένοι, -ες, -α
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να αρταίνω να αρταίνουμε, να αρταίνομε να αρταίνομαι να αρταινόμαστε
να αρταίνεις να αρταίνετε να αρταίνεσαι να αρταίνεστε, να αρταινόσαστε
να αρταίνει να αρταίνουν(ε) να αρταίνεται να αρταίνονται
Aorist να αρτύσω να αρτύσουμε, να αρτύσομε να αρτυθώ να αρτυθούμε
να αρτύσεις να αρτύσετε να αρτυθείς να αρτυθείτε
να αρτύσει να αρτύσουν(ε) να αρτυθεί να αρτυθούν(ε)
Perf να έχω αρτύσει
να έχω αρτυμένο
να έχουμε αρτύσει
να έχουμε αρτυμένο
να έχω αρτυθεί
να είμαι αρτυμένος, -η
να έχουμε αρτυθεί
να είμαστε αρτυμένοι, -ες
να έχεις αρτύσει
να έχεις αρτυμένο
να έχετε αρτύσει
να έχετε αρτυμένο
να έχεις αρτυθεί
να είσαι αρτυμένος, -η
να έχετε αρτυθεί
να είστε αρτυμένοι, -ες
να έχει αρτύσει
να έχει αρτυμένο
να έχουν αρτύσει
να έχουν αρτυμένο
να έχει αρτυθεί
να είναι αρτυμένος, -η, -ο
να έχουν αρτυθεί
να είναι αρτυμένοι, -ες, -α
Imper
ative
Pres άρταινε αρταίνετε αρταίνεστε
Aorist άρτυσε αρτύστε αρτύσου αρτυθείτε
Part
iciple
Pres αρταίνοντας
Perf έχοντας αρτύσει, έχοντας αρτυμένο αρτυμένος, -η, -ο αρτυμένοι, -ες, -α
Infin Aorist αρτύσει αρτυθεί


2017-03-22T01:54:15+00:00