Apaito

Apaito

ΑΠΑΙΤΩ
I demand
Active Passive
Singular Plural Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
απαιτώ απαιτούμε απαιτούμαι απαιτούμαστε
απαιτείς απαιτείτε απαιτείσαι απαιτείστε
απαιτεί απαιτούν(ε) απαιτείται απαιτούνται
Imper
fect
απαιτούσα απαιτούσαμε απαιτούμουν απαιτούμαστε
απαιτούσες απαιτούσατε
απαιτούσε απαιτούσαν(ε) απαιτούνταν, απαιτείτο απαιτούνταν, απαιτούντο
Aorist απαίτησα απαιτήσαμε απαιτήθηκα απαιτηθήκαμε
απαίτησες απαιτήσατε απαιτήθηκες απαιτηθήκατε
απαίτησε απαίτησαν, απαιτήσαν(ε) απαιτήθηκε απαιτήθηκαν, απαιτηθήκαν(ε)
Perf
ect
έχω απαιτήσει έχουμε απαιτήσει έχω απαιτηθεί έχουμε απαιτηθεί
έχεις απαιτήσει έχετε απαιτήσει έχεις απαιτηθεί έχετε απαιτηθεί
έχει απαιτήσει έχουν απαιτήσει έχει απαιτηθεί έχουν απαιτηθεί
Plu
perf
ect
είχα απαιτήσει είχαμε απαιτήσει είχα απαιτηθεί είχαμε απαιτηθεί
είχες απαιτήσει είχατε απαιτήσει είχες απαιτηθεί είχατε απαιτηθεί
είχε απαιτήσει είχαν απαιτήσει είχε απαιτηθεί είχαν απαιτηθεί
Fut
ure
Cont
inuous
θα απαιτώ θα απαιτούμε θα απαιτούμαι θα απαιτούμαστε
θα απαιτείς θα απαιτείτε θα απαιτείσαι θα απαιτείστε
θα απαιτεί θα απαιτούν(ε) θα απαιτείται θα απαιτούνται
Simp
Fut
θα απαιτήσω θα απαιτήσουμε θα απαιτηθώ θα απαιτηθούμε
θα απαιτήσεις θα απαιτήσετε θα απαιτηθείς θα απαιτηθείτε
θα απαιτήσει θα απαιτήσουν(ε) θα απαιτηθεί θα απαιτηθούν(ε)
Fut
Perf
θα έχω απαιτήσει θα έχουμε απαιτήσει θα έχω απαιτηθεί θα έχουμε απαιτηθεί
θα έχεις απαιτήσει θα έχετε απαιτήσει θα έχεις απαιτηθεί θα έχετε απαιτηθεί
θα έχει απαιτήσει θα έχουν απαιτήσει θα έχει απαιτηθεί θα έχουν απαιτηθεί
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να απαιτώ να απαιτούμε να απαιτούμαι να απαιτούμαστε
να απαιτείς να απαιτείτε να απαιτείσαι να απαιτείστε
να απαιτεί να απαιτούν(ε) να απαιτείται να απαιτούνται
Aorist να απαιτήσω να απαιτήσουμε, να απαιτήσομε να απαιτηθώ να απαιτηθούμε
να απαιτήσεις να απαιτήσετε να απαιτηθείς να απαιτηθείτε
να απαιτήσει να απαιτήσουν(ε) να απαιτηθεί να απαιτηθούν(ε)
Perf να έχω απαιτήσει να έχουμε απαιτήσει να έχω απαιτηθεί να έχουμε απαιτηθεί
να έχεις απαιτήσει να έχετε απαιτήσει να έχεις απαιτηθεί να έχετε απαιτηθεί
να έχει απαιτήσει να έχουν απαιτήσει να έχει απαιτηθεί να έχουν απαιτηθεί
Imper
ative
Pres απαιτείτε απαιτείστε
Aorist απαίτησε απαιτήστε, απαιτήσετε απαιτήσου απαιτηθείτε
Part
iciple
Pres απαιτώντας απαιτούμενος
Perf έχοντας απαιτήσει
Infin Aorist απαιτήσει απαιτηθεί


2017-03-22T01:54:07+00:00