Modern Greek verb conjugation
αναφέρω · to mention; to report
Passive/middle: αναφέρομαι · to refer to; to be mentioned.
Αναφέρω ένα παράδειγμα. — I mention an example. Αναφέρομαι στο βιβλίο. — I am referring to the book.
Shared forms: Active imperfect and aorist can both use ανέφερα; continuous and simple future can both use θα αναφέρω. Context distinguishes the aspect. Ανάφερα is an alternative past form.
Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.
Indicative · Οριστική
Present · Ενεστώτας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | αναφέρω | αναφέρομαι |
| εσύ · you | αναφέρεις | αναφέρεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αναφέρει | αναφέρεται |
| εμείς · we | αναφέρουμε, αναφέρομε | αναφερόμαστε |
| εσείς · you | αναφέρετε | αναφέρεστε, αναφερόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αναφέρουν(ε) | αναφέρονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | ανέφερα, ανάφερα | αναφερόμουν(α) |
| εσύ · you | ανέφερες, ανάφερες | αναφερόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | ανέφερε, ανάφερε | αναφερόταν(ε) |
| εμείς · we | αναφέραμε | αναφερόμαστε, αναφερόμασταν |
| εσείς · you | αναφέρατε | αναφερόσαστε, αναφερόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | ανέφεραν, ανάφεραν, αναφέραν(ε) | αναφέρονταν, αναφερόντανε, αναφερόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | ανέφερα, ανάφερα | αναφέρθηκα |
| εσύ · you | ανέφερες, ανάφερες | αναφέρθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | ανέφερε, ανάφερε | αναφέρθηκε |
| εμείς · we | αναφέραμε | αναφερθήκαμε |
| εσείς · you | αναφέρατε | αναφερθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | ανέφεραν, ανάφεραν, αναφέραν(ε) | αναφέρθηκαν, αναφερθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | έχω αναφέρει | έχω αναφερθεί |
| εσύ · you | έχεις αναφέρει | έχεις αναφερθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | έχει αναφέρει | έχει αναφερθεί |
| εμείς · we | έχουμε αναφέρει | έχουμε αναφερθεί |
| εσείς · you | έχετε αναφέρει | έχετε αναφερθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | έχουν αναφέρει | έχουν αναφερθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | είχα αναφέρει | είχα αναφερθεί |
| εσύ · you | είχες αναφέρει | είχες αναφερθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | είχε αναφέρει | είχε αναφερθεί |
| εμείς · we | είχαμε αναφέρει | είχαμε αναφερθεί |
| εσείς · you | είχατε αναφέρει | είχατε αναφερθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | είχαν αναφέρει | είχαν αναφερθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα αναφέρω | θα αναφέρομαι |
| εσύ · you | θα αναφέρεις | θα αναφέρεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αναφέρει | θα αναφέρεται |
| εμείς · we | θα αναφέρουμε, θα αναφέρομε | θα αναφερόμαστε |
| εσείς · you | θα αναφέρετε | θα αναφέρεστε, θα αναφερόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αναφέρουν(ε) | θα αναφέρονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα αναφέρω | θα αναφερθώ |
| εσύ · you | θα αναφέρεις | θα αναφερθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αναφέρει | θα αναφερθεί |
| εμείς · we | θα αναφέρουμε, θα αναφέρομε | θα αναφερθούμε |
| εσείς · you | θα αναφέρετε | θα αναφερθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αναφέρουν(ε) | θα αναφερθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα έχω αναφέρει | θα έχω αναφερθεί |
| εσύ · you | θα έχεις αναφέρει | θα έχεις αναφερθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα έχει αναφέρει | θα έχει αναφερθεί |
| εμείς · we | θα έχουμε αναφέρει | θα έχουμε αναφερθεί |
| εσείς · you | θα έχετε αναφέρει | θα έχετε αναφερθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα έχουν αναφέρει | θα έχουν αναφερθεί |
Subjunctive · Υποτακτική
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να αναφέρω | να αναφέρομαι |
| εσύ · you | να αναφέρεις | να αναφέρεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αναφέρει | να αναφέρεται |
| εμείς · we | να αναφέρουμε, να αναφέρομε | να αναφερόμαστε |
| εσείς · you | να αναφέρετε | να αναφέρεστε, να αναφερόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αναφέρουν(ε) | να αναφέρονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να αναφέρω | να αναφερθώ |
| εσύ · you | να αναφέρεις | να αναφερθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αναφέρει | να αναφερθεί |
| εμείς · we | να αναφέρουμε, να αναφέρομε | να αναφερθούμε |
| εσείς · you | να αναφέρετε | να αναφερθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αναφέρουν(ε) | να αναφερθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να έχω αναφέρει | να έχω αναφερθεί |
| εσύ · you | να έχεις αναφέρει | να έχεις αναφερθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να έχει αναφέρει | να έχει αναφερθεί |
| εμείς · we | να έχουμε αναφέρει | να έχουμε αναφερθεί |
| εσείς · you | να έχετε αναφέρει | να έχετε αναφερθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να έχουν αναφέρει | να έχουν αναφερθεί |
Imperative · Προστακτική
Active: ανάφερε / αναφέρετε; simple plural alternative αναφέρτε.
Passive/middle simple: αναφέρσου / αναφερθείτε.
Αναφέρσου στο βασικό πρόβλημα. — Refer to the main problem.
Command versus past: ανάφερε is the affirmative command; ανέφερε is a past indicative form.
Other forms · Άλλοι τύποι
Present participles: αναφέροντας; αναφερόμενος, αναφερόμενη, αναφερόμενο.
Perfect participial constructions: έχοντας αναφέρει / έχοντας αναφερθεί.
Invariant compound-tense forms: αναφέρει / αναφερθεί; not independently used infinitives.
https://moderngreekverbs.com/anafero/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →