τσιμπάω (tsimpao) — to pinch; sting; bite

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

τσιμπάω / τσιμπώ — to pinch; sting; bite.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I τσιμπάω, τσιμπώ τσιμπιέμαι
εσύ — you τσιμπάς τσιμπιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it τσιμπάει, τσιμπά τσιμπιέται
εμείς — we τσιμπάμε, τσιμπούμε τσιμπιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) τσιμπάτε τσιμπιέστε, τσιμπιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they τσιμπάν(ε), τσιμπούν(ε) τσιμπιούνται, τσιμπιόνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I τσιμπούσα, τσίμπαγα τσιμπιόμουν(α)
εσύ — you τσιμπούσες, τσίμπαγες τσιμπιόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it τσιμπούσε, τσίμπαγε τσιμπιόταν(ε)
εμείς — we τσιμπούσαμε, τσιμπάγαμε τσιμπιόμασταν
εσείς — you (plural / polite) τσιμπούσατε, τσιμπάγατε τσιμπιόσαστε, τσιμπιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they τσιμπούσαν(ε), τσίμπαγαν, τσιμπάγανε τσιμπιόνταν(ε), τσιμπιούνταν, τσιμπιόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I τσίμπησα τσιμπήθηκα
εσύ — you τσίμπησες τσιμπήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it τσίμπησε τσιμπήθηκε
εμείς — we τσιμπήσαμε τσιμπηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) τσιμπήσατε τσιμπηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they τσίμπησαν, τσιμπήσαν(ε) τσιμπήθηκαν, τσιμπηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω τσιμπήσει έχω τσιμπηθεί
εσύ — you έχεις τσιμπήσει έχεις τσιμπηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει τσιμπήσει έχει τσιμπηθεί
εμείς — we έχουμε τσιμπήσει έχουμε τσιμπηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε τσιμπήσει έχετε τσιμπηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν τσιμπήσει έχουν τσιμπηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα τσιμπήσει είχα τσιμπηθεί
εσύ — you είχες τσιμπήσει είχες τσιμπηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε τσιμπήσει είχε τσιμπηθεί
εμείς — we είχαμε τσιμπήσει είχαμε τσιμπηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε τσιμπήσει είχατε τσιμπηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν τσιμπήσει είχαν τσιμπηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα τσιμπάω, θα τσιμπώ θα τσιμπιέμαι
εσύ — you θα τσιμπάς θα τσιμπιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα τσιμπάει, θα τσιμπά θα τσιμπιέται
εμείς — we θα τσιμπάμε, θα τσιμπούμε θα τσιμπιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα τσιμπάτε θα τσιμπιέστε, θα τσιμπιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα τσιμπάν(ε), θα τσιμπούν(ε) θα τσιμπιούνται, θα τσιμπιόνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα τσιμπήσω θα τσιμπηθώ
εσύ — you θα τσιμπήσεις θα τσιμπηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα τσιμπήσει θα τσιμπηθεί
εμείς — we θα τσιμπήσουμε, θα τσιμπήσομε θα τσιμπηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα τσιμπήσετε θα τσιμπηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα τσιμπήσουν(ε) θα τσιμπηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω τσιμπήσει θα έχω τσιμπηθεί
εσύ — you θα έχεις τσιμπήσει θα έχεις τσιμπηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει τσιμπήσει θα έχει τσιμπηθεί
εμείς — we θα έχουμε τσιμπήσει θα έχουμε τσιμπηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε τσιμπήσει θα έχετε τσιμπηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν τσιμπήσει θα έχουν τσιμπηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να τσιμπάω, να τσιμπώ να τσιμπιέμαι
εσύ — you να τσιμπάς να τσιμπιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να τσιμπάει, να τσιμπά να τσιμπιέται
εμείς — we να τσιμπάμε, να τσιμπούμε να τσιμπιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να τσιμπάτε να τσιμπιέστε, να τσιμπιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να τσιμπάν(ε), να τσιμπούν(ε) να τσιμπιούνται, να τσιμπιόνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να τσιμπήσω να τσιμπηθώ
εσύ — you να τσιμπήσεις να τσιμπηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να τσιμπήσει να τσιμπηθεί
εμείς — we να τσιμπήσουμε, να τσιμπήσομε να τσιμπηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να τσιμπήσετε να τσιμπηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να τσιμπήσουν(ε) να τσιμπηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω τσιμπήσει να έχω τσιμπηθεί
εσύ — you να έχεις τσιμπήσει να έχεις τσιμπηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει τσιμπήσει να έχει τσιμπηθεί
εμείς — we να έχουμε τσιμπήσει να έχουμε τσιμπηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε τσιμπήσει να έχετε τσιμπηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν τσιμπήσει να έχουν τσιμπηθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: τσίμπα (εσύ), τσιμπάτε (εσείς). Middle: τσιμπήσου, τσιμπηθείτε.

Simple: τσίμπησε (εσύ); τσιμπήστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Used for pinching, an insect biting or stinging, and colloquially eating a small snack. τσιμπημένος, -η, -ο can mean bitten, stung or somewhat high, as with a price.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Με τσίμπησε ένα κουνούπι.

A mosquito bit me.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — τσιμπώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/tsimpao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /tsimpao/