θερμαίνω (thermaino) — to warm

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

θερμαίνω — to heat; warm.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θερμαίνω θερμαίνομαι
εσύ — you θερμαίνεις θερμαίνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θερμαίνει θερμαίνεται
εμείς — we θερμαίνουμε, θερμαίνομε θερμαινόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θερμαίνετε θερμαίνεστε, θερμαινόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θερμαίνουν(ε) θερμαίνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θέρμαινα θερμαινόμουν(α)
εσύ — you θέρμαινες θερμαινόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θέρμαινε θερμαινόταν(ε)
εμείς — we θερμαίναμε θερμαινόμασταν
εσείς — you (plural / polite) θερμαίνατε θερμαινόσαστε, θερμαινόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they θέρμαιναν, θερμαίναν(ε) θερμαίνονταν, θερμαινόντανε, θερμαινόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θέρμανα θερμάνθηκα
εσύ — you θέρμανες θερμάνθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θέρμανε θερμάνθηκε
εμείς — we θερμάναμε θερμανθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) θερμάνατε θερμανθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θέρμαναν, θερμάναν(ε) θερμάνθηκαν, θερμανθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω θερμάνει έχω θερμανθεί
εσύ — you έχεις θερμάνει έχεις θερμανθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει θερμάνει έχει θερμανθεί
εμείς — we έχουμε θερμάνει έχουμε θερμανθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε θερμάνει έχετε θερμανθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν θερμάνει έχουν θερμανθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα θερμάνει είχα θερμανθεί
εσύ — you είχες θερμάνει είχες θερμανθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε θερμάνει είχε θερμανθεί
εμείς — we είχαμε θερμάνει είχαμε θερμανθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε θερμάνει είχατε θερμανθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν θερμάνει είχαν θερμανθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα θερμαίνω θα θερμαίνομαι
εσύ — you θα θερμαίνεις θα θερμαίνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα θερμαίνει θα θερμαίνεται
εμείς — we θα θερμαίνουμε, θα θερμαίνομε θα θερμαινόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα θερμαίνετε θα θερμαίνεστε, θα θερμαινόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα θερμαίνουν(ε) θα θερμαίνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα θερμάνω θα θερμανθώ
εσύ — you θα θερμάνεις θα θερμανθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα θερμάνει θα θερμανθεί
εμείς — we θα θερμάνουμε, θα θερμάνομε θα θερμανθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα θερμάνετε θα θερμανθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα θερμάνουν(ε) θα θερμανθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω θερμάνει θα έχω θερμανθεί
εσύ — you θα έχεις θερμάνει θα έχεις θερμανθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει θερμάνει θα έχει θερμανθεί
εμείς — we θα έχουμε θερμάνει θα έχουμε θερμανθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε θερμάνει θα έχετε θερμανθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν θερμάνει θα έχουν θερμανθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να θερμαίνω να θερμαίνομαι
εσύ — you να θερμαίνεις να θερμαίνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να θερμαίνει να θερμαίνεται
εμείς — we να θερμαίνουμε, να θερμαίνομε να θερμαινόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να θερμαίνετε να θερμαίνεστε, να θερμαινόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να θερμαίνουν(ε) να θερμαίνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να θερμάνω να θερμανθώ
εσύ — you να θερμάνεις να θερμανθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να θερμάνει να θερμανθεί
εμείς — we να θερμάνουμε, να θερμάνομε να θερμανθούμε
εσείς — you (plural / polite) να θερμάνετε να θερμανθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να θερμάνουν(ε) να θερμανθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω θερμάνει να έχω θερμανθεί
εσύ — you να έχεις θερμάνει να έχεις θερμανθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει θερμάνει να έχει θερμανθεί
εμείς — we να έχουμε θερμάνει να έχουμε θερμανθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε θερμάνει να έχετε θερμανθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν θερμάνει να έχουν θερμανθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: θέρμαινε (εσύ), θερμαίνετε (εσείς).

Simple: θέρμανε (εσύ); θερμάνετε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The stems change: θερμαίνω, θέρμανα, θα θερμάνω; passive θερμάνθηκα, θα θερμανθώ. θερμαινόμενος, -η, -ο commonly means heated, as in a heated swimming pool. θερμασμένος, -η, -ο describes a warmed state.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Το νερό θερμαίνεται αργά.

The water heats up slowly.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — θερμαίνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/thermaino/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /thermaino/