θερίζω (therizo) — to harvest

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

θερίζω — to harvest; reap.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θερίζω θερίζομαι
εσύ — you θερίζεις θερίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θερίζει θερίζεται
εμείς — we θερίζουμε, θερίζομε θεριζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θερίζετε θερίζεστε, θεριζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θερίζουν(ε) θερίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θέριζα θεριζόμουν(α)
εσύ — you θέριζες θεριζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θέριζε θεριζόταν(ε)
εμείς — we θερίζαμε θεριζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) θερίζατε θεριζόσαστε, θεριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they θέριζαν, θερίζαν(ε) θερίζονταν, θεριζόντανε, θεριζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θέρισα θερίστηκα
εσύ — you θέρισες θερίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θέρισε θερίστηκε
εμείς — we θερίσαμε θεριστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) θερίσατε θεριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θέρισαν, θερίσαν(ε) θερίστηκαν, θεριστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω θερίσει έχω θεριστεί
εσύ — you έχεις θερίσει έχεις θεριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει θερίσει έχει θεριστεί
εμείς — we έχουμε θερίσει έχουμε θεριστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε θερίσει έχετε θεριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν θερίσει έχουν θεριστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα θερίσει είχα θεριστεί
εσύ — you είχες θερίσει είχες θεριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε θερίσει είχε θεριστεί
εμείς — we είχαμε θερίσει είχαμε θεριστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε θερίσει είχατε θεριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν θερίσει είχαν θεριστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα θερίζω θα θερίζομαι
εσύ — you θα θερίζεις θα θερίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα θερίζει θα θερίζεται
εμείς — we θα θερίζουμε, θα θερίζομε θα θεριζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα θερίζετε θα θερίζεστε, θα θεριζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα θερίζουν(ε) θα θερίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα θερίσω θα θεριστώ
εσύ — you θα θερίσεις θα θεριστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα θερίσει θα θεριστεί
εμείς — we θα θερίσουμε, θα θερίσομε θα θεριστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα θερίσετε θα θεριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα θερίσουν(ε) θα θεριστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω θερίσει θα έχω θεριστεί
εσύ — you θα έχεις θερίσει θα έχεις θεριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει θερίσει θα έχει θεριστεί
εμείς — we θα έχουμε θερίσει θα έχουμε θεριστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε θερίσει θα έχετε θεριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν θερίσει θα έχουν θεριστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να θερίζω να θερίζομαι
εσύ — you να θερίζεις να θερίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να θερίζει να θερίζεται
εμείς — we να θερίζουμε, να θερίζομε να θεριζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να θερίζετε να θερίζεστε, να θεριζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να θερίζουν(ε) να θερίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να θερίσω να θεριστώ
εσύ — you να θερίσεις να θεριστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να θερίσει να θεριστεί
εμείς — we να θερίσουμε, να θερίσομε να θεριστούμε
εσείς — you (plural / polite) να θερίσετε να θεριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να θερίσουν(ε) να θεριστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω θερίσει να έχω θεριστεί
εσύ — you να έχεις θερίσει να έχεις θεριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει θερίσει να έχει θεριστεί
εμείς — we να έχουμε θερίσει να έχουμε θεριστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε θερίσει να έχετε θεριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν θερίσει να έχουν θεριστεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: θέριζε (εσύ), θερίζετε (εσείς).

Simple: θέρισε (εσύ); θερίστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Primarily used for cutting and gathering cereal crops or grass. The passive normally describes the crop. θερισμένος, -η, -ο means harvested or reaped. Figurative uses also occur.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Θέρισαν το σιτάρι τον Ιούνιο.

They harvested the wheat in June.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — θερίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/therizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /therizo/