συσκευάζω (syskeuazo) — to package

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

συσκευάζω — to pack; package.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I συσκευάζω συσκευάζομαι
εσύ — you συσκευάζεις συσκευάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it συσκευάζει συσκευάζεται
εμείς — we συσκευάζουμε, συσκευάζομε συσκευαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) συσκευάζετε συσκευάζεστε, συσκευαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they συσκευάζουν(ε) συσκευάζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I συσκεύαζα συσκευαζόμουν(α)
εσύ — you συσκεύαζες συσκευαζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it συσκεύαζε συσκευαζόταν(ε)
εμείς — we συσκευάζαμε συσκευαζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) συσκευάζατε συσκευαζόσαστε, συσκευαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they συσκεύαζαν, συσκευάζαν(ε) συσκευάζονταν, συσκευαζόντανε, συσκευαζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I συσκεύασα συσκευάστηκα
εσύ — you συσκεύασες συσκευάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it συσκεύασε συσκευάστηκε
εμείς — we συσκευάσαμε συσκευαστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) συσκευάσατε συσκευαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they συσκεύασαν, συσκευάσαν(ε) συσκευάστηκαν, συσκευαστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω συσκευάσει έχω συσκευαστεί
εσύ — you έχεις συσκευάσει έχεις συσκευαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει συσκευάσει έχει συσκευαστεί
εμείς — we έχουμε συσκευάσει έχουμε συσκευαστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε συσκευάσει έχετε συσκευαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν συσκευάσει έχουν συσκευαστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα συσκευάσει είχα συσκευαστεί
εσύ — you είχες συσκευάσει είχες συσκευαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε συσκευάσει είχε συσκευαστεί
εμείς — we είχαμε συσκευάσει είχαμε συσκευαστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε συσκευάσει είχατε συσκευαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν συσκευάσει είχαν συσκευαστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα συσκευάζω θα συσκευάζομαι
εσύ — you θα συσκευάζεις θα συσκευάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα συσκευάζει θα συσκευάζεται
εμείς — we θα συσκευάζουμε, θα συσκευάζομε θα συσκευαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα συσκευάζετε θα συσκευάζεστε, θα συσκευαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα συσκευάζουν(ε) θα συσκευάζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα συσκευάσω θα συσκευαστώ
εσύ — you θα συσκευάσεις θα συσκευαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα συσκευάσει θα συσκευαστεί
εμείς — we θα συσκευάσουμε, θα συσκευάσομε θα συσκευαστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα συσκευάσετε θα συσκευαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα συσκευάσουν(ε) θα συσκευαστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω συσκευάσει θα έχω συσκευαστεί
εσύ — you θα έχεις συσκευάσει θα έχεις συσκευαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει συσκευάσει θα έχει συσκευαστεί
εμείς — we θα έχουμε συσκευάσει θα έχουμε συσκευαστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε συσκευάσει θα έχετε συσκευαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν συσκευάσει θα έχουν συσκευαστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να συσκευάζω να συσκευάζομαι
εσύ — you να συσκευάζεις να συσκευάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να συσκευάζει να συσκευάζεται
εμείς — we να συσκευάζουμε, να συσκευάζομε να συσκευαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να συσκευάζετε να συσκευάζεστε, να συσκευαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να συσκευάζουν(ε) να συσκευάζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να συσκευάσω να συσκευαστώ
εσύ — you να συσκευάσεις να συσκευαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να συσκευάσει να συσκευαστεί
εμείς — we να συσκευάσουμε, να συσκευάσομε να συσκευαστούμε
εσείς — you (plural / polite) να συσκευάσετε να συσκευαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να συσκευάσουν(ε) να συσκευαστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω συσκευάσει να έχω συσκευαστεί
εσύ — you να έχεις συσκευάσει να έχεις συσκευαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει συσκευάσει να έχει συσκευαστεί
εμείς — we να έχουμε συσκευάσει να έχουμε συσκευαστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε συσκευάσει να έχετε συσκευαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν συσκευάσει να έχουν συσκευαστεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: συσκεύαζε (εσύ), συσκευάζετε (εσείς).

Simple: συσκεύασε (εσύ); συσκευάστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Used for putting goods or objects into suitable packaging. Passive forms normally describe the goods being packed. συσκευασμένος, -η, -ο means packaged.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Τα προϊόντα συσκευάζονται προσεκτικά.

The products are packaged carefully.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — συσκευάζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/syskeuazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /syskeuazo/