συντρίβω (syntribo) — to crush

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

συντρίβω — to crush; shatter.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I συντρίβω συντρίβομαι
εσύ — you συντρίβεις συντρίβεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it συντρίβει συντρίβεται
εμείς — we συντρίβουμε, συντρίβομε συντριβόμαστε
εσείς — you (plural / polite) συντρίβετε συντρίβεστε, συντριβόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they συντρίβουν(ε) συντρίβονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I συνέτριβα συντριβόμουν(α)
εσύ — you συνέτριβες συντριβόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it συνέτριβε συντριβόταν(ε)
εμείς — we συντρίβαμε συντριβόμασταν
εσείς — you (plural / polite) συντρίβατε συντριβόσαστε, συντριβόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they συνέτριβαν, συντρίβαν(ε) συντρίβονταν, συντριβόντανε, συντριβόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I συνέτριψα συντρίφτηκα
εσύ — you συνέτριψες συντρίφτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it συνέτριψε συντρίφτηκε, συνετρίβη
εμείς — we συντρίψαμε συντριφτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) συντρίψατε συντριφτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they συνέτριψαν, συντρίψαν(ε) συντρίφτηκαν, συντριφτήκαν(ε), συνετρίβησαν

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω συντρίψει έχω συντριφτεί
εσύ — you έχεις συντρίψει έχεις συντριφτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει συντρίψει έχει συντριφτεί
εμείς — we έχουμε συντρίψει έχουμε συντριφτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε συντρίψει έχετε συντριφτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν συντρίψει έχουν συντριφτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα συντρίψει είχα συντριφτεί
εσύ — you είχες συντρίψει είχες συντριφτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε συντρίψει είχε συντριφτεί
εμείς — we είχαμε συντρίψει είχαμε συντριφτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε συντρίψει είχατε συντριφτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν συντρίψει είχαν συντριφτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα συντρίβω θα συντρίβομαι
εσύ — you θα συντρίβεις θα συντρίβεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα συντρίβει θα συντρίβεται
εμείς — we θα συντρίβουμε, θα συντρίβομε θα συντριβόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα συντρίβετε θα συντρίβεστε, θα συντριβόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα συντρίβουν(ε) θα συντρίβονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα συντρίψω θα συντριφτώ, θα συντριβώ
εσύ — you θα συντρίψεις θα συντριφτείς, θα συντριβείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα συντρίψει θα συντριφτεί, θα συντριβεί
εμείς — we θα συντρίψουμε, θα συντρίψομε θα συντριφτούμε, θα συντριβούμε
εσείς — you (plural / polite) θα συντρίψετε θα συντριφτείτε, θα συντριβείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα συντρίψουν(ε) θα συντριφτούν(ε), θα συντριβούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω συντρίψει θα έχω συντριφτεί
εσύ — you θα έχεις συντρίψει θα έχεις συντριφτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει συντρίψει θα έχει συντριφτεί
εμείς — we θα έχουμε συντρίψει θα έχουμε συντριφτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε συντρίψει θα έχετε συντριφτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν συντρίψει θα έχουν συντριφτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να συντρίβω να συντρίβομαι
εσύ — you να συντρίβεις να συντρίβεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να συντρίβει να συντρίβεται
εμείς — we να συντρίβουμε, να συντρίβομε να συντριβόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να συντρίβετε να συντρίβεστε, να συντριβόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να συντρίβουν(ε) να συντρίβονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να συντρίψω να συντριφτώ, να συντριβώ
εσύ — you να συντρίψεις να συντριφτείς, να συντριβείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να συντρίψει να συντριφτεί, να συντριβεί
εμείς — we να συντρίψουμε, να συντρίψομε να συντριφτούμε, να συντριβούμε
εσείς — you (plural / polite) να συντρίψετε να συντριφτείτε, να συντριβείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να συντρίψουν(ε) να συντριφτούν(ε), να συντριβούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω συντρίψει να έχω συντριφτεί
εσύ — you να έχεις συντρίψει να έχεις συντριφτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει συντρίψει να έχει συντριφτεί
εμείς — we να έχουμε συντρίψει να έχουμε συντριφτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε συντρίψει να έχετε συντριφτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν συντρίψει να έχουν συντριφτεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: σύντριβε (εσύ), συντρίβετε (εσείς).

Simple: σύντριψε (εσύ); συντρίψτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The passive can mean being shattered or suffering a crushing defeat. Both συντριφτώ and learned συντριβώ are used; the compounds consistently show συντριφτεί. Learned συνετρίβη / συνετρίβησαν also occur. συντετριμμένος, -η, -ο often means devastated or deeply contrite.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Η ομάδα συντρίφτηκε στον τελικό.

The team suffered a crushing defeat in the final.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — συντρίβω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/syntribo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /syntribo/