σκουντάω (skountao) — to nudge; shove (σκούντησα forms)

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

σκουντάω / σκουντώ — to nudge; push or shove.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I σκουντάω, σκουντώ
εσύ — you σκουντάς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σκουντάει, σκουντά
εμείς — we σκουντάμε, σκουντούμε
εσείς — you (plural / polite) σκουντάτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σκουντάν(ε), σκουντούν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I σκουντούσα, σκούνταγα
εσύ — you σκουντούσες, σκούνταγες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σκουντούσε, σκούνταγε
εμείς — we σκουντούσαμε, σκουντάγαμε
εσείς — you (plural / polite) σκουντούσατε, σκουντάγατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σκουντούσαν(ε), σκούνταγαν, σκουντάγανε

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I σκούντησα
εσύ — you σκούντησες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σκούντησε
εμείς — we σκουντήσαμε
εσείς — you (plural / polite) σκουντήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σκούντησαν, σκουντήσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω σκουντήσει
εσύ — you έχεις σκουντήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει σκουντήσει
εμείς — we έχουμε σκουντήσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε σκουντήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν σκουντήσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα σκουντήσει
εσύ — you είχες σκουντήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε σκουντήσει
εμείς — we είχαμε σκουντήσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε σκουντήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν σκουντήσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα σκουντάω, θα σκουντώ
εσύ — you θα σκουντάς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σκουντάει, θα σκουντά
εμείς — we θα σκουντάμε, θα σκουντούμε
εσείς — you (plural / polite) θα σκουντάτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σκουντάν(ε), θα σκουντούν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα σκουντήσω
εσύ — you θα σκουντήσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σκουντήσει
εμείς — we θα σκουντήσουμε, θα σκουντήσομε
εσείς — you (plural / polite) θα σκουντήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σκουντήσουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω σκουντήσει
εσύ — you θα έχεις σκουντήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει σκουντήσει
εμείς — we θα έχουμε σκουντήσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε σκουντήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν σκουντήσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να σκουντάω, να σκουντώ
εσύ — you να σκουντάς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σκουντάει, να σκουντά
εμείς — we να σκουντάμε, να σκουντούμε
εσείς — you (plural / polite) να σκουντάτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σκουντάν(ε), να σκουντούν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να σκουντήσω
εσύ — you να σκουντήσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σκουντήσει
εμείς — we να σκουντήσουμε, να σκουντήσομε
εσείς — you (plural / polite) να σκουντήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σκουντήσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω σκουντήσει
εσύ — you να έχεις σκουντήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει σκουντήσει
εμείς — we να έχουμε σκουντήσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε σκουντήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν σκουντήσει

Imperative · Προστακτική

Continuous: σκούντα (εσύ), σκουντάτε (εσείς).

Simple: σκούντησε (εσύ); σκουντήστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Both perfective series are valid: σκούντησα / θα σκουντήσω / έχω σκουντήσει and σκούντηξα / θα σκουντήξω / έχω σκουντήξει. This page consistently shows the σ series.
  • This table shows the active forms. The middle is σκουντιέμαι; passive past forms include σκουντήχτηκα and σκουντήθηκα.

Με σκούντησε απαλά.

She nudged me gently.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — σκουντώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/skountao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /skountao/