Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
ψαρεύω means to fish or catch fish. The passive means to be caught by fishing, with figurative uses too.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | ψαρεύω | ψαρεύομαι |
| εσύ — you | ψαρεύεις | ψαρεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ψαρεύει | ψαρεύεται |
| εμείς — we | ψαρεύουμε, ψαρεύομε | ψαρευόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | ψαρεύετε | ψαρεύεστε, ψαρευόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ψαρεύουν(ε) | ψαρεύονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | ψάρευα | ψαρευόμουν(α) |
| εσύ — you | ψάρευες | ψαρευόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ψάρευε | ψαρευότανε |
| εμείς — we | ψαρεύαμε | ψαρευόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | ψαρεύατε | ψαρευόσαστε, ψαρευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ψάρευαν, ψαρεύαν(ε) | ψαρεύονταν, ψαρευόντανε, ψαρευόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | ψάρεψα | ψαρεύτηκα |
| εσύ — you | ψάρεψες | ψαρεύτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ψάρεψε | ψαρεύτηκε |
| εμείς — we | ψαρέψαμε | ψαρευτήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | ψαρέψατε | ψαρευτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ψάρεψαν, ψαρέψαν(ε) | ψαρεύτηκαν, ψαρευτήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω ψαρέψει | έχω ψαρευτεί |
| εσύ — you | έχεις ψαρέψει | έχεις ψαρευτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει ψαρέψει | έχει ψαρευτεί |
| εμείς — we | έχουμε ψαρέψει | έχουμε ψαρευτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε ψαρέψει | έχετε ψαρευτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν ψαρέψει | έχουν ψαρευτεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα ψαρέψει | είχα ψαρευτεί |
| εσύ — you | είχες ψαρέψει | είχες ψαρευτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε ψαρέψει | είχε ψαρευτεί |
| εμείς — we | είχαμε ψαρέψει | είχαμε ψαρευτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε ψαρέψει | είχατε ψαρευτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν ψαρέψει | είχαν ψαρευτεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα ψαρεύω | θα ψαρεύομαι |
| εσύ — you | θα ψαρεύεις | θα ψαρεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα ψαρεύει | θα ψαρεύεται |
| εμείς — we | θα ψαρεύουμε, θα ψαρεύομε | θα ψαρευόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα ψαρεύετε | θα ψαρεύεστε, θα ψαρευόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα ψαρεύουν(ε) | θα ψαρεύονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα ψαρέψω | θα ψαρευτώ |
| εσύ — you | θα ψαρέψεις | θα ψαρευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα ψαρέψει | θα ψαρευτεί |
| εμείς — we | θα ψαρέψουμε, θα ψαρέψομε | θα ψαρευτούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα ψαρέψετε | θα ψαρευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα ψαρέψουν(ε) | θα ψαρευτούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω ψαρέψει | θα έχω ψαρευτεί |
| εσύ — you | θα έχεις ψαρέψει | θα έχεις ψαρευτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει ψαρέψει | θα έχει ψαρευτεί |
| εμείς — we | θα έχουμε ψαρέψει | θα έχουμε ψαρευτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε ψαρέψει | θα έχετε ψαρευτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν ψαρέψει | θα έχουν ψαρευτεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να ψαρεύω | να ψαρεύομαι |
| εσύ — you | να ψαρεύεις | να ψαρεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να ψαρεύει | να ψαρεύεται |
| εμείς — we | να ψαρεύουμε | να ψαρευόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να ψαρεύετε | να ψαρεύεστε, να ψαρευόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να ψαρεύουν | να ψαρεύονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να ψαρέψω | να ψαρευτώ |
| εσύ — you | να ψαρέψεις | να ψαρευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να ψαρέψει | να ψαρευτεί |
| εμείς — we | να ψαρέψουμε | να ψαρευτούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να ψαρέψετε | να ψαρευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να ψαρέψουν | να ψαρευτούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω ψαρέψει | να έχω ψαρευτεί |
| εσύ — you | να έχεις ψαρέψει | να έχεις ψαρευτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει ψαρέψει | να έχει ψαρευτεί |
| εμείς — we | να έχουμε ψαρέψει | να έχουμε ψαρευτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε ψαρέψει | να έχετε ψαρευτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν ψαρέψει | να έχουν ψαρευτεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: ψάρευε / ψαρεύετε.
Simple: ψάρεψε (εσύ); ψαρέψτε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Active perfective: ψάρεψα / ψαρέψω / ψαρέψει. The passive does not mean “I go fishing”.
Ψαρεύουμε στη λίμνη.
We fish in the lake.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ψαρεύω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/psareuo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/psareuo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.