Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

ψαρεύω — to fish

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

ψαρεύω means to fish or catch fish. The passive means to be caught by fishing, with figurative uses too.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ψαρεύω ψαρεύομαι
εσύ — you ψαρεύεις ψαρεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ψαρεύει ψαρεύεται
εμείς — we ψαρεύουμε, ψαρεύομε ψαρευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) ψαρεύετε ψαρεύεστε, ψαρευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ψαρεύουν(ε) ψαρεύονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ψάρευα ψαρευόμουν(α)
εσύ — you ψάρευες ψαρευόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ψάρευε ψαρευότανε
εμείς — we ψαρεύαμε ψαρευόμασταν
εσείς — you (plural / polite) ψαρεύατε ψαρευόσαστε, ψαρευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they ψάρευαν, ψαρεύαν(ε) ψαρεύονταν, ψαρευόντανε, ψαρευόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ψάρεψα ψαρεύτηκα
εσύ — you ψάρεψες ψαρεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ψάρεψε ψαρεύτηκε
εμείς — we ψαρέψαμε ψαρευτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) ψαρέψατε ψαρευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ψάρεψαν, ψαρέψαν(ε) ψαρεύτηκαν, ψαρευτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω ψαρέψει έχω ψαρευτεί
εσύ — you έχεις ψαρέψει έχεις ψαρευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει ψαρέψει έχει ψαρευτεί
εμείς — we έχουμε ψαρέψει έχουμε ψαρευτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε ψαρέψει έχετε ψαρευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν ψαρέψει έχουν ψαρευτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα ψαρέψει είχα ψαρευτεί
εσύ — you είχες ψαρέψει είχες ψαρευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε ψαρέψει είχε ψαρευτεί
εμείς — we είχαμε ψαρέψει είχαμε ψαρευτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε ψαρέψει είχατε ψαρευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν ψαρέψει είχαν ψαρευτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ψαρεύω θα ψαρεύομαι
εσύ — you θα ψαρεύεις θα ψαρεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ψαρεύει θα ψαρεύεται
εμείς — we θα ψαρεύουμε, θα ψαρεύομε θα ψαρευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα ψαρεύετε θα ψαρεύεστε, θα ψαρευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ψαρεύουν(ε) θα ψαρεύονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ψαρέψω θα ψαρευτώ
εσύ — you θα ψαρέψεις θα ψαρευτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ψαρέψει θα ψαρευτεί
εμείς — we θα ψαρέψουμε, θα ψαρέψομε θα ψαρευτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα ψαρέψετε θα ψαρευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ψαρέψουν(ε) θα ψαρευτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω ψαρέψει θα έχω ψαρευτεί
εσύ — you θα έχεις ψαρέψει θα έχεις ψαρευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει ψαρέψει θα έχει ψαρευτεί
εμείς — we θα έχουμε ψαρέψει θα έχουμε ψαρευτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε ψαρέψει θα έχετε ψαρευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν ψαρέψει θα έχουν ψαρευτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ψαρεύω να ψαρεύομαι
εσύ — you να ψαρεύεις να ψαρεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ψαρεύει να ψαρεύεται
εμείς — we να ψαρεύουμε να ψαρευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να ψαρεύετε να ψαρεύεστε, να ψαρευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ψαρεύουν να ψαρεύονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ψαρέψω να ψαρευτώ
εσύ — you να ψαρέψεις να ψαρευτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ψαρέψει να ψαρευτεί
εμείς — we να ψαρέψουμε να ψαρευτούμε
εσείς — you (plural / polite) να ψαρέψετε να ψαρευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ψαρέψουν να ψαρευτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω ψαρέψει να έχω ψαρευτεί
εσύ — you να έχεις ψαρέψει να έχεις ψαρευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει ψαρέψει να έχει ψαρευτεί
εμείς — we να έχουμε ψαρέψει να έχουμε ψαρευτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε ψαρέψει να έχετε ψαρευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν ψαρέψει να έχουν ψαρευτεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: ψάρευε / ψαρεύετε.

Simple: ψάρεψε (εσύ); ψαρέψτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Active perfective: ψάρεψα / ψαρέψω / ψαρέψει. The passive does not mean “I go fishing”.

Ψαρεύουμε στη λίμνη.

We fish in the lake.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ψαρεύω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/psareuo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /psareuo/