Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
ψάλλω means to chant or sing hymns, especially church or patriotic hymns. The related form ψέλνω is also common.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | ψάλλω | ψάλλομαι |
| εσύ — you | ψάλλεις | ψάλλεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ψάλλει | ψάλλεται |
| εμείς — we | ψάλλουμε, ψάλλομε | ψαλλόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | ψάλλετε | ψάλλεστε, ψαλλόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ψάλλουν(ε) | ψάλλονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έψαλλα | ψαλλόμουν(α) |
| εσύ — you | έψαλλες | ψαλλόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έψαλλε | ψαλλόταν(ε) |
| εμείς — we | ψάλλαμε | ψαλλόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | ψάλλατε | ψαλλόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έψαλλαν, ψάλλαν(ε) | ψάλλονταν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έψαλα | ψάλθηκα |
| εσύ — you | έψαλες | ψάλθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έψαλε | ψάλθηκε |
| εμείς — we | ψάλαμε | ψαλθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | ψάλατε | ψαλθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έψαλαν, ψάλαν(ε) | ψάλθηκαν, ψαλθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω ψάλει | έχω ψαλθεί |
| εσύ — you | έχεις ψάλει | έχεις ψαλθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει ψάλει | έχει ψαλθεί |
| εμείς — we | έχουμε ψάλει | έχουμε ψαλθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε ψάλει | έχετε ψαλθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν ψάλει | έχουν ψαλθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα ψάλει | είχα ψαλθεί |
| εσύ — you | είχες ψάλει | είχες ψαλθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε ψάλει | είχε ψαλθεί |
| εμείς — we | είχαμε ψάλει | είχαμε ψαλθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε ψάλει | είχατε ψαλθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν ψάλει | είχαν ψαλθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα ψάλλω | θα ψάλλομαι |
| εσύ — you | θα ψάλλεις | θα ψάλλεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα ψάλλει | θα ψάλλεται |
| εμείς — we | θα ψάλλουμε, θα ψάλλομε | θα ψαλλόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα ψάλλετε | θα ψάλλεστε, θα ψαλλόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα ψάλλουν(ε) | θα ψάλλονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα ψάλω | θα ψαλθώ |
| εσύ — you | θα ψάλεις | θα ψαλθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα ψάλει | θα ψαλθεί |
| εμείς — we | θα ψάλουμε, θα ψάλομε | θα ψαλθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα ψάλετε | θα ψαλθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα ψάλουν(ε) | θα ψαλθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω ψάλει | θα έχω ψαλθεί |
| εσύ — you | θα έχεις ψάλει | θα έχεις ψαλθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει ψάλει | θα έχει ψαλθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε ψάλει | θα έχουμε ψαλθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε ψάλει | θα έχετε ψαλθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν ψάλει | θα έχουν ψαλθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να ψάλλω | να ψάλλομαι |
| εσύ — you | να ψάλλεις | να ψάλλεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να ψάλλει | να ψάλλεται |
| εμείς — we | να ψάλλουμε, να ψάλλομε | να ψαλλόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να ψάλλετε | να ψάλλεστε, να ψαλλόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να ψάλλουν(ε) | να ψάλλονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να ψάλω | να ψαλθώ |
| εσύ — you | να ψάλεις | να ψαλθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να ψάλει | να ψαλθεί |
| εμείς — we | να ψάλουμε, να ψάλομε | να ψαλθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να ψάλετε | να ψαλθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να ψάλουν(ε) | να ψαλθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω ψάλει | να έχω ψαλθεί |
| εσύ — you | να έχεις ψάλει | να έχεις ψαλθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει ψάλει | να έχει ψαλθεί |
| εμείς — we | να έχουμε ψάλει | να έχουμε ψαλθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε ψάλει | να έχετε ψαλθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν ψάλει | να έχουν ψαλθεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: ψάλλε / ψάλλετε.
Simple: ψάλε (εσύ); ψάλτε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
- Continuous forms have double λ: ψάλλω, έψαλλα. Active perfective forms have one: έψαλα, θα ψάλω, έχω ψάλει.
- The passive table uses ψάλθηκα / ψαλθώ / ψαλθεί. Learned third-person εψάλη / εψάλησαν and dependent ψαλεί also occur.
Η χορωδία έψαλε τον ύμνο.
The choir sang the hymn.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ψάλλω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/psallo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/psallo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.