Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

ψάλλω — to chant; to sing hymns

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

ψάλλω means to chant or sing hymns, especially church or patriotic hymns. The related form ψέλνω is also common.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ψάλλω ψάλλομαι
εσύ — you ψάλλεις ψάλλεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ψάλλει ψάλλεται
εμείς — we ψάλλουμε, ψάλλομε ψαλλόμαστε
εσείς — you (plural / polite) ψάλλετε ψάλλεστε, ψαλλόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ψάλλουν(ε) ψάλλονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έψαλλα ψαλλόμουν(α)
εσύ — you έψαλλες ψαλλόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έψαλλε ψαλλόταν(ε)
εμείς — we ψάλλαμε ψαλλόμασταν
εσείς — you (plural / polite) ψάλλατε ψαλλόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they έψαλλαν, ψάλλαν(ε) ψάλλονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έψαλα ψάλθηκα
εσύ — you έψαλες ψάλθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έψαλε ψάλθηκε
εμείς — we ψάλαμε ψαλθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) ψάλατε ψαλθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έψαλαν, ψάλαν(ε) ψάλθηκαν, ψαλθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω ψάλει έχω ψαλθεί
εσύ — you έχεις ψάλει έχεις ψαλθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει ψάλει έχει ψαλθεί
εμείς — we έχουμε ψάλει έχουμε ψαλθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε ψάλει έχετε ψαλθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν ψάλει έχουν ψαλθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα ψάλει είχα ψαλθεί
εσύ — you είχες ψάλει είχες ψαλθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε ψάλει είχε ψαλθεί
εμείς — we είχαμε ψάλει είχαμε ψαλθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε ψάλει είχατε ψαλθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν ψάλει είχαν ψαλθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ψάλλω θα ψάλλομαι
εσύ — you θα ψάλλεις θα ψάλλεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ψάλλει θα ψάλλεται
εμείς — we θα ψάλλουμε, θα ψάλλομε θα ψαλλόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα ψάλλετε θα ψάλλεστε, θα ψαλλόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ψάλλουν(ε) θα ψάλλονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ψάλω θα ψαλθώ
εσύ — you θα ψάλεις θα ψαλθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ψάλει θα ψαλθεί
εμείς — we θα ψάλουμε, θα ψάλομε θα ψαλθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα ψάλετε θα ψαλθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ψάλουν(ε) θα ψαλθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω ψάλει θα έχω ψαλθεί
εσύ — you θα έχεις ψάλει θα έχεις ψαλθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει ψάλει θα έχει ψαλθεί
εμείς — we θα έχουμε ψάλει θα έχουμε ψαλθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε ψάλει θα έχετε ψαλθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν ψάλει θα έχουν ψαλθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ψάλλω να ψάλλομαι
εσύ — you να ψάλλεις να ψάλλεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ψάλλει να ψάλλεται
εμείς — we να ψάλλουμε, να ψάλλομε να ψαλλόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να ψάλλετε να ψάλλεστε, να ψαλλόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ψάλλουν(ε) να ψάλλονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ψάλω να ψαλθώ
εσύ — you να ψάλεις να ψαλθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ψάλει να ψαλθεί
εμείς — we να ψάλουμε, να ψάλομε να ψαλθούμε
εσείς — you (plural / polite) να ψάλετε να ψαλθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ψάλουν(ε) να ψαλθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω ψάλει να έχω ψαλθεί
εσύ — you να έχεις ψάλει να έχεις ψαλθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει ψάλει να έχει ψαλθεί
εμείς — we να έχουμε ψάλει να έχουμε ψαλθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε ψάλει να έχετε ψαλθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν ψάλει να έχουν ψαλθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: ψάλλε / ψάλλετε.

Simple: ψάλε (εσύ); ψάλτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • Continuous forms have double λ: ψάλλω, έψαλλα. Active perfective forms have one: έψαλα, θα ψάλω, έχω ψάλει.
  • The passive table uses ψάλθηκα / ψαλθώ / ψαλθεί. Learned third-person εψάλη / εψάλησαν and dependent ψαλεί also occur.

Η χορωδία έψαλε τον ύμνο.

The choir sang the hymn.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ψάλλω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/psallo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /psallo/